Η ανάγκη για μείωση της κρατικής παρέμβασης στην Ελλάδα.

Scroll down to content

Πολλά είναι τα εμπόδια που έχουν συναντήσει οι υπέρμαχοι της φιλελεύθερης οικονομίας (free-market economy) καθώς και του μικρού κράτους (small government). Μέτρα όπως οι ιδιωτικοποιήσεις και οι μειώσεις στις δημόσιες δαπάνες δεν έχουν υπάρξει αρκετά δημοφιλή ανά καιρούς. 

Όσο μεγαλύτερο μέγεθος έχει το κράτος, τόσο περισσότερο εξαφανίζονται τα πλεονεκτήματα της ελεύθερης αγοράς και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, την μόνη δηλαδή μορφή οικονομίας που αποδεδειγμένα προσφέρει ευημερία στις κοινωνίες. Η έντονη μεγέθυνση του κράτους οδηγεί τους πολίτες στο να συνεισφέρουν όλο και πιο λίγο στον συνάνθρωπό τους. Ποιά εξάλλου η ανάγκη να βοηθήσεις κάποιον όταν η κυβέρνηση το κάνει εκ μέρους σου; Η συνεχής καλλιέργεια του αισθήματος της εξάρτησης από το κράτος, οδηγεί τους ανθρώπους στο να βασίζονται αποκλειστικά σε αυτό ενώ οι ίδιοι είναι απόλυτα ικανοί να φροντίσουν τον ευατό τους λαμβάνοντες τις δικές τους αποφάσεις. Το υπερογκώδες ελληνικό κράτος, μέσω των οικονομικών πολιτικών που άσκησε ανά καιρούς, ανάγκασε τους πολίτες να βασίζονται όλο και περισσότερο σε αυτό, δίνωντας τους το δικαίωμα να νομίζουν ότι το κράτος ανά πάσα στιγμή οφείλει να τους προσφέρει όλο και περισσότερες υπηρεσίες. 

Η οικονομία όμως αποτελείται από ανθρώπους και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τις αποφάσεις που αυτοί θα λάβουν. Σε μια ελεύθερη οικονομία, νέες επιχειρήσεις ανοίγουν συνεχώς, ενώ άλλες κλείνουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τις θέσεις εργασίας, καθώς και με τα προϊόντα, οπού μερικά δεν πωλούνται με επιτυχία, ενώ άλλα κάνουν θραύση, βελτιώνοντας το επίπεδο της ζωής των ανθρώπων. Η δουλεία του κράτους σε αυτή την ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα είναι η δημιουργία ενός φιλικού φορολογικού, νομισματικού και ρυθμιστικού περιβάλλοντος, χωρίς έντονη γραφειοκρατία. Δεν είναι η δουλειά κανενός πολιτικού η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αλλά μόνο η έμμεση εμπλοκή του στην βελτιώση των προϋποθέσεων στο να δημιουργηθούν αυτές.

Ένα άλλο σημείο που αποδεικνύει το μεγάλο μέγεθος ενός κράτους είναι οι δημόσιες δαπάνες. Σύμφωνα με την Eurostat, οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα ανέρχονται στο 49% του Α.Ε.Π.*(!), ενώ ο μέσος όρος των δαπανών των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι στο 45%. Από την άλλη στις ΗΠΑ, ο μέσος όρος των δημοσίων δαπανών τις χρονιές 1970-2016 είναι μολις στο 36,57% του Α.Ε.Π. Ξεκάθαρα συμπεραίνει εδώ κανείς τις αλόγιστες δαπάνες του ελληνικού κράτους και μάλιστα εν καιρώ μνημονίων. Επιπλεόν, από το σύνολο των δαπανών του ελληνικού κράτους, μόλις το 22,5% σύμφωνα με πηγές του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχάνων (Σ.Ε.Β.) καταλήγει σε δαπάνες ωφέλιμες προς την οικονομική ανάπτυξη (Υγεία, Εκπαίδευση, Μεταφορές και Επικοινωνία, Έρευνα), ενώ αντίστοιχα στην Ευρωπαϊκη Ένωση το 30,7%. Αντίθετα, οι δαπάνες για τις Γενικές Δημόσιες Υπηρεσίες, αυτές που εξασφάλιζουν δηλαδή στις περισσότερες κυβερνήσεις τους κομματικούς τους στρατούς, ανέρχονται στο 17,1% του συνόλου των δαπανών, όταν στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά μέσο όρο το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 13,1%. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο πως οι κυβερνήσεις, σε αντίθεση με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, δεν αποσκοπούν στην ανάπτυξη της οικονομίας (με άλλα λόγια στο κέρδος, το οποίο κρατικά εκφράζεται με την αύξηση του Α.Ε.Π.), αλλά στην άμεση κατασκευή κομματικών στρατών οι οποίοι θα τους προσφέρουν την επανεκλογή τους εξυπηρετώντας τις πολιτικές τους φιλοδοξίες. 

Από το 1974 εώς και το 1981, περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας του Κωσταντίνου Καραμανλή και του Γεωργίου Ράλλη, η οικονομική πολιτική εκφράζεται από κρατικό παρεμβατισμό. Το 1981, όταν το ΠΑΣΟΚ αναλμβάνει την εξουσία, το σχετικά μεγάλο ελληνικό κράτος μεγενθύνεται περαιτέρω, όπου μέσω του κρατικού παρεμβατισμού και της τροφοδότησης της κατανάλωσης, αυξάνονται οι μισθοί των κρατικών υπαλλήλων, χρημοτοδοτείται ο ευρύτερος δημόσιος τομέας και αυξάνονται οι «κοινωνικές» δαπάνες. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι ο πληθωρισμός* καθώς και έντονα ελλείματα. Η πρώτη προσπάθεια για ένα σχέδιο μεταρρυθμίσεων γίνεται από τον τότε υπουργό Οικονομικών Κώστα Σημίτη την περίοδο 1985-1989, μέσω ενός σταθεροποιητικού σχεδίου, το οποίο όμως τελικά δεν θα εκτελεστεί, λόγω της έντονης αντίδρασης της κοινωνίας. Οι πρώτες προσπάθειες για την μείωση του μεγέθους του κράτους πραγματοποιούνται από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας (1990-1993) με τον Κωσταντίνο Μητσοτάκη. Τότε γίνεται η εισαγωγή στον δημόσιο διάλογο της ανάγκης για ιδιωτικοποιήσεις, μείωσεις στις αλλόγιστες κρατικές δαπάνες και φρένο στον δανεισμό. Χαρακτηριστική είναι και η προειδοποίηση του Κωσταντίνου Μητσοτάκη στην Ελληνική Βουλή το έτος 1994 προς τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου όπου μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής: …Δεν είναι η μακριά η στιγμή που η Ελλάδα δεν θα μπορεί πια να δανειστεί και θα καταφύγει ικέτης στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο… Βέβαια, η κυβέρνηση της Νεάς Δημοκρατίας θα συναντήσει σφοδρή αντίδραση από την κοινωνία στις φιλελέυθερες προτάσεις τις, που θα την οδηγήσουν στο να χάσει τις εκλογές του 1993. Από το 1994 εώς και το 2004, η διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ πραγματοποιεί προσπάθειες για ανάπτυξη (αύξηση φορολογίας, συγκράτηση εισοδηματικής πολιτικής), κυρίως λόγω του στόχου της τότε κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη για ένταξη στην Νομισματική Ένωση. Όμως, η οικονομική πολιτική στηρίζεται στην βολική λύση της εισροής χρημάτων από ευρωπαϊκά ταμεία. Το έργο αυτό του μεγάλου κρατικού παρεμβατισμού συνεχίζεται και με την κυβέρνηση της ΝΔ (2004-2009), όπου για ακόμη μία φορά πραγματοποιείται αύξηση των δημοσίων δαπανών, παρά τις μικρές προσπάθειες φιλελευθεροποίησης της οικονομίας (ιδιωτικοποίηση λιμανιού του Πειραιά). Από το 2009 μέχρι και σήμερα, ενώ σίγουρα παρατηρείται μείωση του μεγέθους του κράτους μετά από μνημονιακή απαίτηση των Ευρωπαίων δανειστών, ακόμη είναι αδύνατο να μιλήσει κανείς για μικρό κράτος. Διακρίνονται πολλές ανολοκλήρωτες ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων φορέων, αφού η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά η οποία τις προώθησε, δεν ολοκλήρωσε τελικά την θητεία της καθώς και πολιτικές, (πρώτο εξάμηνο ΣΥΡΙΖΑ) οι οποίες οδήγησαν στα capital controls, στην οικονομική συρρίκνωση, στην επιφυλακτικότητα των επενδυτών καθώς και σε τραπεζικές απώλειες.

Μέσω αυτής της συνοπτικής ιστορικής διαδρομής, βλέπουμε πως δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής καμία σημαντική προσπάθεια για την μείωση του μεγέθους του κράτους. Σίγουρα, πολλοί θα αναρωτιούνται σε αυτό το σημείο, ποιός ό λόγος να μην είναι μεγάλο το κράτος, ποιά είναι τα μειονεκτήματα; Αρχικά, σε ένα μεγάλο κράτος υπάρχουν πάντοτε αυξημένα σημάδια διαφθοράς. Δεν είναι λίγα τα σκάνδαλα που έχουν ξεσπάσει ανά καιρούς κατά τη θητεία πολλών κυβερνήσεων. Τα κυβερνητικά στελέχη εκμεταλλευόμενα τη δύναμη που τους έχει δωθεί, είναι διατεθειμένα να ανταλλάξουν την κρατική τους επιρροή για προσωπικά κέρδη. Έχει ήδη γίνει παραπάνω αναφορά στο διαχρονικό πρόβλημα του χτισίματος των κομματικών στρατών από τις πιο πολλές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης. Επιπλέον, για να εξυπηρετηθούν οι υπηρεσίες που προσφέρει ένα υπερογκώδες κράτος, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος, πως οι φόροι προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις συνεχώς θα αυξάνονται, για να εξυπηρετούν αυτές τις πολυάριθμες κρατικές υπηρεσίες και παροχές. Αυτό οδηγεί τους επιχειρηματίες να σταματήσουν τα project τους, να προσλάβουν λιγότερους εργαζομένους και τελικώς να μεταφέρουν την επιχείρηση τους σε άλλη χώρα, οδηγώντας σε αυξανόμενα ποσοστά ανεργίας. Είναι λοιπόν δεδομένο πως αν ένα μεγάλο κράτος δεν μειώσει το μέγεθος του, αργά η γρήγορα θα καταρρεύσει με τον δικό του τρόπο. 

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, η ανάγκη για ένα μικρό, αλλά αποτελεσματικό στις υπηρεσίες του κράτος είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη στιγμή. Η Ελληνική οικονομία οφείλει να αναπτυχθεί με βάση την δυτική νοοτροπία της ελεύθερης αγοράς, αυτής της ανάπτυξης μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, των ατομικών ελευθεριών και αποφάσεων. 

Του Αριστοτέλη Σωμαράκη

*πληθωρισμός: Μπορούμε να μιλήσουμε για πληθωρισμό όταν παρατηρείται γενική αύξηση των τιμών του συνόλου των αγαθών και όχι μόνο μερικών. Με ένα συγκεκριμένο ποσό, όταν αυξάνεται ο πληθωρισμός μπορεί κάποιος να αγοράσει λιγότερα αγαθά απ’ότι πριν αυξηθεί ο πληθωρισμός.

*ακαθάριστο εγχώριο προϊόν: Α.Ε.Π. είναι η συνολική αξία των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται ετησίως, από τους παραγωγικούς συντελεστές που ανήκουν σε μόνιμους κατοίκους ενός κράτους, ανεξάρτητα από τη χώρα όπου βρίσκονται οι παραγωγικοί συντελεστές.

Πηγές: 

  1. https://tradingeconomics.com/united-states/government-spending-to-gdp
  2. https://www.ecb.europa.eu/ecb/educational/hicp/html/index.el.html
  3. Πολιτικά Κόμματα Ελλάδας (Γ. Κωσταντινίδης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστήμιο Μακεδονίας)