Η δικτατορία στο διεθνές σύστημα (1967-1973): Οι σχέσεις με την Δύση

Scroll down to content

Στις 21 Απριλίου 1967 η Ελλάδα έμπαινε σε μια ακόμα περιπέτεια σαν αυτές που έχουν γεμίσει τα ιστορικά της βιβλία. Ήταν η μέρα που η δημοκρατία στη χώρα μας θα έτρωγε ένα ακόμα γερό χτύπημα από το οποίο θα περνούσαν επτά χρόνια για να αναρρώσει. Σπάνια γίνονται συζητήσεις για την εξωτερική πολιτική της περιόδου ενώ συνήθως η συζήτηση επικεντρώνεται σε θέματα εσωτερικής πολιτικής (κατάλυση της δημοκρατίας, εκτοπίσεις, βασανιστήρια). Πολλοί τείνουν να θεωρούν την περίοδο της δικτατορίας μια νεκρή περίοδο, όμως η επταετία ήταν γεμάτη από γεγονότα που επηρέασαν τις διεθνείς σχέσεις και την πορεία της χώρας για πάντα. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις με δεσπόζοντα ζητήματα το Κυπριακό και την υφαλοκρηπίδα, η διεθνής απομόνωση, το πάγωμα των σχέσεων με την Ε.Ο.Κ. αλλά και η διφυής πολιτική των Η.Π.Α. είναι αποτελέσματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που διαμόρφωσαν οι συνταγματάρχες.

Η διαμόρφωση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής βασίστηκε σε ορισμένους σταθερούς και αμετάβλητους πυλώνες που αφορούσαν την ίδια την επιβίωση, νομιμοποίηση και μακροημέρευση του καθεστώτος. Οι συνταγματάρχες προσπαθούσαν να νομιμοποιήσουν το καθεστώς με το επιχείρημα της “κομμουνιστικής απειλής” και του “από βορρά κινδύνου”. Αυτή η αντικομουνιστική ρητορική αποτέλεσε έναν από αυτούς τους πυλώνες καθώς η εξωτερική πολιτική που ασκήθηκε από την δικτατορία παγίωσε ακόμα περισσότερο την θέση της χώρας μας στο Δυτικό στρατόπεδο. Η αντικομουνιστική ρητορική των κυβερνήσεων των συνταγματαρχών ήταν όμως σε μεγάλο βαθμό ένα επικοινωνιακό παιχνίδι καθώς η θέση της Ελλάδας στην Δυτική συμμαχία ήταν ανέκαθεν αδιαπραγμάτευτη και παγιωμένη. Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν θα μπορούσε να είναι και πολύ διαφορετική από αυτή που ασκήθηκε, λόγο της πολωμένης κατάστασης του ψυχροπολεμικού διεθνούς συστήματος και τους περιορισμούς που προέκυπταν από αυτό.

Δεύτερη σημαντική κατεύθυνση στην εξωτερική πολιτική έδινε ο φόβος των πραξικοπηματιών για πιθανή πτώση του καθεστώτος. Ο Γ. Παπαδόπουλος γνώριζε καλά ότι οποιαδήποτε κρίση στις σχέσεις της Ελλάδας και των γειτόνων της (ειδικά μια κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις) θα απειλούσε σοβαρά την μακροημέρευση του καθεστώτος. Σε αυτό το φόβο οφείλετε και η αρκετά διαλλακτική στάση των δικτατορικών κυβερνήσεων έναντι της Τουρκίας αλλά και αυτός, ο ευσεβής κατά τα άλλα, πόθος για γρήγορη επίλυση του Κυπριακού. Πρέπει να σημειωθεί στην ανάλυσή μας πως η ανάγκη για μια γρήγορη λύση του εν λόγο προβλήματος δεν ήταν επιβεβλημένη μόνο από τον φόβο κατάρρευσης του καθεστώτος αλλά και για λόγους υπεράσπισης του εθνικού συμφέροντος και διατήρησης της κοινωνικής συνοχής. Οι ίδιες κατευθυντήριες γραμμές ήταν αυτές που έδωσαν τον κύριο τόνο στο σχεδιασμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς τις Η.Π.Α. και την Δυτική συμμαχία.

8_1_-1
21 Ιουνίου 1967: Συντάντηση του Richard Nixon με τον υπουργό εσωτερικών Στυλιανό Παττακό υπό τα βλέμματα του τέως Βασιλέως Κωνσταντίνου και της τέως Βασίλισσας Άννας Μαρίας

Κύριο εμπόδιο στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και στην άρτια λειτουργία της διπλωματίας ήταν η άποψη που είχαν οι συνταγματάρχες για το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών. Η διπλωματία θεωρούνταν καθαρά οικογενειακή υπόθεση και οι διπλωμάτες μια μορφή αριστοκρατίας. Μην έχοντας εμπιστοσύνη στην “ελίτ” του Υπουργείου Εξωτερικών, οι συνταγματάρχες, επιδόθηκαν σε έναν αγώνα για τον πλήρη έλεγχο της υπηρεσίας διορίζοντας στρατιωτικούς σε σημαντικές θέσεις, καταλύοντας την ιεραρχία και το πρωτόκολλο και ασκώντας μια πολιτική που προσπαθούσε να σπάσει το ηθικό των διπλωματών (χωρίς να αναφερθούμε στις διώξεις σε βάρος πολύ σημαντικών και καταξιωμένων προσώπων του Υπουργείου Εξωτερικών). Η έλλειψη ειδικών σε θέματα διεθνών σχέσεων και διπλωματίας, αλλά και η γενική “άλωση” του Υπουργείου επέδρασαν αρνητικά στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις

Η αντίδραση των Η.Π.Α. αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ήταν αρνητική και εκφράστηκε κυρίως μέσο της διακοπής της παρεχόμενης, προς την Ελλάδα, βοήθειας (οικονομικής και στρατιωτικής). Η αρχική αυτή στάση της αμερικανικής κυβέρνησης δεν κράτησε για πολύ καθώς μια σειρά από γεγονότα στην Ανατολική Μεσόγειο ανέτρεψαν την ισορροπία ισχύος στη περιοχή και αναβάθμισαν το στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας για τα αμερικανικά συμφέροντα. Το πρώτο από αυτά τα γεγονότα ήταν ο πόλεμος των έξι ημερών (Μάιος 1967). Μετά τον πόλεμο των έξι ημερών έγινε αντιληπτή από την αμερικανική κυβέρνηση η στρατηγική σημασία των στρατιωτικών διευκολύνσεων στην Ελλάδα. Όπως είπε και ο ίδιος ο πρόεδρος Ρ. Νίξον “χωρίς βοήθεια στην Ελλάδα και την Τουρκία δεν υπάρχει βιώσιμη πολιτική για την προστασία του Ισραήλ”. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. αποκτά δύο όψεις. Η επίσημη γραμμή, που επιδίωκε των εκδημοκρατισμό του καθεστώτος, έμεινε αταλάντευτη σε επίπεδο ρητορικής αλλά δεν υποστηρίχτηκε ποτέ στην πράξη. Η “δεύτερη γραμμή” που αποτελούσε ουσιαστικά την πρακτική ήταν σχετικά αδιάφορη (για κάποιους και υποστηρικτική) ως προς τις εσωτερικές εξελίξεις στην Ελλάδα και το δικτατορικό καθεστώς. Την αμερικανική εξωτερική πολιτική διαμόρφωσαν και άλλα γεγονότα όπως η σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία (Αύγουστος 1968), η απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων από την Λιβύη μετά το πραξικόπημα (Σεπτέμβριος 1969) και η απομάκρυνση των βρετανικών βάσεων από την Μάλτα. Σκοπός της εν λόγο πολιτικής, όπως εκφράστηκε από τον Αμερικανό υπουργό εξωτερικών, ήταν φυσικά η προάσπιση και διατήρηση των αμερικανικών συμφερόντων στην Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου καθώς και η πίεση για εκδημοκρατισμό, στο πλαίσιο χρήσης ήπιας ισχύος, μέσω της “φιλικής πειθούς” ως απόρροια της επιρροής που θα δημιουργούσαν οι καλές σχέσεις με το καθεστώς.

Η αναβάθμιση της στρατηγικής αξίας της Ελλάδας ήταν το γεγονός που εκμεταλλεύτηκε το καθεστώς της 21ης Απριλίου. Η ελληνική υψηλή στρατηγική την περίοδο της δικτατορίας βασίστηκε σε μια λογική εξάρτησης. Αυτή η λογική ήταν απότοκο της θέλησης των συνταγματαρχών να παραμείνουν στην εξουσία. Η εξαρτησιακή αυτή λογική συνέδεσε πλήρως την εξωτερική πολιτική που ασκούσε η Αθήνα με τους στόχους της Ουάσινγκτον. Κινήσεις όπως ο ελλιμενισμός του έκτου στόλου των Η.Π.Α. είχαν ως στόχο, όχι μόνο την ανάδειξη της Ελλάδας ως περιφερειακή δύναμη και την περαιτέρω ενίσχυση των φιλικών σχέσεων με την Αμερική, αλλά και τον εξαναγκασμό της Ουάσινγκτον σε μια πολιτική πάγιας υποστήριξης του καθεστώτος. Με αυτό το τρόπο οι συνταγματάρχες θεωρούσαν πως θα μπορούσαν να διατηρήσουν την δικτατορία. Μια θεώρηση που φυσικά δεν έγινε πράξη. Πρέπει να σημειωθεί ότι την συγκεκριμένη περίοδο η Ελλάδα ήταν ένα από τα πιο ενεργά μέλη του ΝΑΤΟ κάτι που ενίσχυσε τη θέση της χώρας στην Δυτική συμμαχία και υπό διαφορετικούς χειρισμούς, από ελληνικής πλευράς (ιδιαίτερα στα ευρωπαϊκά ζητήματα), θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία σημαντική αύξηση της γενικής ισχύος της χώρας.

11_October-1971_Lyman-Lemnitzer-Former-Supreme-Commander-of-Nato-in-Europe-in-his-visit-to-Greece
1 Οκτωμβρίου 1971: Επίσκεψη του Lyman Lemnitzer, πρώην Ανώτατου Διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ευρώπη, στην Ελλάδα

Οι σχέσεις με την Ε.Ο.Κ. και τις χώρες τις Δυτικής Ευρώπης

Μετά το πραξικόπημα και κατά την διάρκεια της δικτατορίας οι διμερείς σχέσεις της Ελλάδας με τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης υπήρξαν αρκετά χαλαρές σε επικίνδυνο βαθμό. Ουσιαστικά η Ελλάδα είχε εξαναγκαστεί να υιοθετήσει μια πολιτική σχετικής απομόνωσης από τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης. Αυτός ο εξαναγκασμός προέκυψε από την έντονη και αρνητική κριτική που ασκήθηκε στην διακυβέρνηση της δικτατορίας, αν και δεν υπήρξε καμία δυναμική αντίδραση από πλευράς κάποιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Η άμεση παραβίαση του δημοκρατικού καθεστώτος αλλά και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα προκάλεσε μεγάλο κύμα κατακραυγής στην Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά οι μεμονωμένες πολιτικές αρκετών ευρωπαϊκών κρατών, όπως της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Δυτικής Γερμανίας και της Ιταλίας προσαρμόστηκαν στα γεγονότα. Οι παραπάνω χώρες αναγνώρισαν τους πραξικοπηματίες ως την επίσημη κυβέρνηση και διαμόρφωσαν την εξωτερική τους πολιτική γύρο από την λογική της μη επέμβασης σε εσωτερικά ζητήματα. Σε καμία περίπτωση η στάση αυτών των χωρών δεν ήταν φιλική προς το καθεστώς καθώς όλες οι χώρες (εκτός της Γαλλίας) φρόντισαν να μην υπάρξει επίσημη επίσκεψη εκπρόσωπού τους στην Ελλάδα. Η μη ύπαρξη ομαλών σχέσεων, απότοκο της κατάλυσης της δημοκρατίας, είχε πολιτικές επιπτώσεις. Επικρητικότατη ήταν η στάση που κράτησε η Δανία απέναντι στην τότε ελληνική κυβέρνηση. Τον Μάιο του 1967 η δανική κυβέρνηση υπέβαλε υπόμνημα στο ΝΑΤΟ για να καταδικάσει το ελληνικό καθεστώς.

Το 1969 η χούντα υπέστη μια ακόμα μεγάλη πολιτική ήττα, δεν ήταν άλλη από την παρολίγο αποβολή και μετέπειτα αποχώρηση από το Συμβούλιο της Ευρώπης λόγο παραβίασης των αρχών του καταστατικού. Από τα τέλει του Ιανουαρίου 1969 το Συμβούλιο άρχισε να εκδηλώνει ανησυχίες για την μακρά παραμονή των συνταγματαρχών στην εξουσία και για την μη ύπαρξη προοπτικής εξόδου προς τον εκδημοκρατισμό. Η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε με διάφορους ελιγμούς να αποφύγει την αποβολή της χώρας από το Συμβούλιο, παρουσιάζοντας μάλιστα ένα πολλά υποσχόμενο σχέδιο σύμφωνα με το οποίο θα υπήρχε μια σχετική αποκατάσταση της δημοκρατίας έως το 1971. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους είχε γίνει πλέον ολοφάνερο πως η αποβολή της Ελλάδας ήταν αναπόφευκτη καθώς οι σύμμαχοι τις δικτατορίας, εντός του Συμβουλίου της Ευρώπης, αποτελούσαν μειοψηφία. Έτσι, σε μία προσπάθεια να κερδίσει το παιχνίδι των εντυπώσεων, η ελληνική πλευρά αποχώρησε οριστικά από το Συμβούλιο καταγγέλλοντας το καταστατικό του. Η μη συμμετοχή της Ελλάδας στο Συμβούλιο αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη θέση του κράτους στο διεθνές σύστημα και κατά συνέπεια στο σύνολο της ισχύος του κράτους εφόσον ο συγκεκριμένος οργανισμός ήταν ένα πολύτιμο εργαλείο για την άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και της πολυμερούς διπλωματίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επίσης επισκιάστηκε περαιτέρω το κύρος του ελληνικού κράτους το οποίο είχε είδη μειωθεί λόγο του πραξικοπήματος.

Στις εννέα Ιουλίου 1961 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπογράφει την συμφωνία σύνδεσης Ελλάδας-Ε.Ο.Κ. η οποία αποσκοπούσε στην εναρμόνιση της ελληνικής οικονομικής και αγροτικής πολιτικής και με τις πολιτικές των χωρών τις Ε.Ο.Κ. καθώς και την απελευθέρωση, από δασμολογικά μέτρα, του εμπορίου μεταξύ των δύο πλευρών. Μετά το πραξικόπημα και κατά την διάρκεια της δικτατορίας η Συμφωνία Σύνδεσης απέκτησε και πολιτική αξία. Αυτό έγκειται στο γεγονός της ανάδειξης της Ε.Ο.Κ. σε ένα σημαντικό μέσω πίεσης προς την φιλελευθεροποίηση και τον εκδημοκρατισμό του καθεστώτος. Ήδη από το καλοκαίρι του 1967 η Επιτροπή, όντας ανήσυχη για της πολιτικές εξελίξεις στη χώρα (η οποία προοριζόταν να γίνει μέλος της Ένωσης), προειδοποιούσε την ελληνική κυβέρνηση για πιθανή διακοπή των σχέσεων. Η αδιαλλαξία των συνταγματαρχών οδήγησε στο οριστικό “πάγωμα” της Συμφωνίας Σύνδεσης λίγο αργότερα. Οι σχέσεις Ελλάδας Ε.Ο.Κ. περιορίστηκαν στο ελάχιστο και ασκήθηκαν κυρώσεις. Αυτές περιλάμβαναν την παύση των διαπραγματεύσεων περί εναρμόνισης της αγροτικής πολιτικής, την αναστολή κάθε είδους οικονομικής βοήθειας (συμπεριλαμβανομένων και των αναπτυξιακών δανείων που ήταν απαραίτητα για την μεγένθηση της ελληνικής οικονομίας) και την διακοπή διάφορων διευκολύνσεων πιστωτικής φύσεως από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Ένα συμπέρασμα

Το δικτατορικό καθεστώς είχε προκαλέσει την εχθρότητα της Δύσης και σε επίπεδο άσκησης πολιτικής και σε επίπεδο κοινής γνώμης. Αυτό ήταν κάτι αναμενόμενο αν κανείς συλλογιστεί το τεραστίων διαστάσεων ιδεολογικό χάσμα μεταξύ των αρχών της “απριλιανής επαναστάσεως” και των αρχών της αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας που κυριαρχούσαν στη Δύση. Παρ’ όλα αυτά και πέρα από την διεθνή απομόνωση που αντιμετώπισε η Ελλάδα κατά την περίοδο της δικτατορίας ποτέ δεν σταμάτησε να αποτελεί συστατικό κομμάτι της δυτικής διεθνούς κοινωνίας. Αυτό σε συνδυασμό με την σχετικά γρήγορη έξοδο από την απομόνωση, μετά την Μεταπολίτευση, συνομολογούν πως η Ελλάδα αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του δυτικού οικοδομήματος και η θέση της σε αυτό είναι αδιαπραγμάτευτη.

 

Του Άγγελου Αλιβάνιστου

 

Βιβλιογραφία:

Γρίβα Μαριλένα, Το Υπουργείο Εξωτερικών 1833-2007: Η θεσμική οργάνωση. Εκδ. Παπαζήσης.

Βούλγαρης Γιάννης, Νικολακόπουλος Ηλίας, Ρίζας Σωτήρης, Σακελλαρόπουλος Τάσος, Στεφανίδης Ιωάννης, Ελληνική Πολιτική Ιστορία 1950-2004. Εκδ. Θεμέλιο.

Τσιριγώτης Διονύσιος, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία: Διεθνείς Σχέσεις και Διπλωματία. Εκδ. Ποιότητα.

Π. Νάσκου Περράκη, Αντωνόπουλος Κωνσταντίνος, Σαρηγιαννίδης Μιλτιάδης, Διεθνείς Οργανισμοί. Εκδ. Σακκούλα.

Woodhouse M. Christopher, Η Άνοδος και η Πτώση των Συνταγματαρχών. Εκδ. Λιναίος.

Βαληνάκης Γ. Γιάννης, Εισαγωγή στην Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1949-1988. Εκδ. Παρατηρητής.

Close David, Ελλάδα 1945-2004: Πολιτική Κοινωνία Οικονομία. Εκδ. Θύραθεν.

Γρηγοριάδης Νεοκ. Σόλων, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974. Εκδ. Polaris.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: