Το ζήτημα των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων στην περίπτωση της Ελλάδας

Scroll down to content

Ως γνωστόν, η Ελλάδα στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο τάχθηκε υπέρ των συμμάχων, γεγονός που οδήγησε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940 και την ήττα των Ιταλών. Μετά την ήττα της Ιταλίας, η Γερμανία θεώρησε αναγκαίο να επέμβει προκειμένου να διασφαλίσει τον έλεγχο των Βαλκανίων για να μπορέσει μετά να συνεχίσει προς την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα στην ΕΣΣΔ. Η Ελλάδα βρέθηκε υπό την κατοχή των Γερμανών κυρίως (με Ιταλική και Βουλγάρικη παρουσία) και αυτό απότελεσε μεγάλο πλήγμα για την χώρα σε αριθμό θανάτων αλλά και υλικών ζητημάτων όπως οι υποδομές και η ευρύτερη οικονομία. Κατά την κατοχή η Γερμανία απορροφούσε τα οικονομικά κεφάλαια που διέθετε η χώρα για την υποστήριξη των ναζιστικών πολεμικών επιχειρήσεων. Μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελλάδα πάλεψε για την διεκδίκηση των πολεμικών αποζημιώσεων που ώφειλε η Γερμανία ως ηττημένη χώρα να προσφέρει. Έτσι, προέκυψε μια σειρά από διαχρονικές διαπραγματεύσεις και συγκρούσεις στο ζήτημα των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων προς την Ελλάδα.

Η διεθνής ευθύνη κρατών κατά το διεθνές δίκαιο

Υπάρχουν δύο βασικά και σημαντικά άρθρα του Ο.Η.Ε περί ευθύνης του κράτους που αποτελούν προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση της διεθνούς ευθύνης.
Άρθρο 1: Κάθε διεθνώς παράνομη πράξη από τα κράτη υπόκεινται στην δική τους διεθνή ευθύνη
Άρθρο 2: Μια διεθνώς παράνομη πράξη υπάρχει όταν η συμπεριφορά που συνίσταται στην δράση ή παράλειψη:

  • Αποδίδεται στο κράτος σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο
  • Αποτελεί παραβίαση της διεθνούς υποχρέωσης του κράτους

Γνωρίζοντας αυτά τα δύο βασικά άρθρα, καταλαβαίνουμε ότι τα κράτη σε περίπτωση κάποιας παράβασης ή παράνομης ενέργειας είναι υποχρεωμένο να αντιμετωπίσει τις συνέπειες που αναλογούν προκειμένου να μην ξανά επαναληφθεί η οποιαδήποτε πράξη. Aυτό καταγράφεται και τα βασικότερα είναι τα εξής:

Άρθρο 31: Αποζημίωση

  • Το υπεύθυνο κράτος έχει την υποχρέωση στην πλήρη αποζημίωση για την ζημιά που προκλήθηκε από την διεθνώς παράνομη πράξη.
  • Η ζημιά μπορεί να είναι οτιδήποτε είτε υλικής είτε ηθικής που προκλήθηκε από την διεθνώς παράνομη πράξη.

Άρθρο 35: Αποκατάσταση

  • Το κράτος για μια διεθνώς παράνομη πράξη έχει την υποχρέωση την αποκατάσταση για την επαναφορά στην κατάσταση που υπήρξε πριν την παράνομη πράξη, υπό την προϋπόθεση και στο βαθμό όπου η αποκατάσταση: (α) δεν είναι ουσιαστικά δύσκολη, (β) δεν συνεπάγεται επιβάρυνση από κάθε αναλογία προς όφελος της αποκατάστασης αντί της αποζημίωσης

Άρθρο 36: Αποζημίωση

  • Το κράτος για μια διεθνώς παράνομη πράξη έχει την υποχρέωση την αποζημίωση των ζημιών που προκλήθηκαν στο βαθμό που η ζημιά αυτή δεν αποκαθίσταται με επιστροφή.
  • Η αποζημίωση θα πρέπει να καλύπτει την οποιαδήποτε οικονομική ζημιά, συμπεριλαμβανομένου την απώλεια κερδών στο μέτρο που καθιερώνεται

Με βάση τα παραπάνω άρθρα δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση στο γεγονός όταν ένα κράτος προχωρεί σε επιθετική δράση με ότι και να συνεπάγεται με αυτό και εφόσον ηττηθεί τότε πρέπει να προχωρήσει σε αποζημιώσεις προς το κράτος- θύμα. Η Γερμανία κατάφερε ως ένα πολύ μεγάλο βαθμό να αποφύγει αυτή την ευθύνη στην περίπτωση της Ελλάδας με αποτέλεσμα να μην υπήρχε η αποζημίωση που αναλογούσε ακόμη και μετά το 2001 όπου ψηφίστηκαν στον Ο.Η.Ε τα άρθρα από την υιοθέτηση του κειμένου περί Διεθνής Ευθύνη Κρατών. Η Γερμανία μέχρι και σήμερα αρνείται την αποζημίωση για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στην περίοδο της κατοχής και για το κατόχικό δάνειο με διάφορα επιχειρήματα Το Ελληνικό αίτημα για την διεκδίκηση των αποζημιώσεων ανατρέχει στην αμέσως μετά το 1945 μεταπολεμική περίοδο. Την περίοδο εκείνη γύρω από αυτό πραγματοποιήθηκαν πολλές διασκέψεις και συνήφθηκαν σημαντικές διεθνείς συμφωνίες.

Συμφωνία της Βόννης

Με την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 1949, τρία χρόνια μετά εκδόθηκε ο νόμος Ν 2023 της 10/13 Μαρτίου 1952 «περί λήξεως της μετά Γερμανίας εμπόλεμου καταστάσεως» το μόνο άρθρο του οποίου προέβλεπε ότι: «Η μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας υφισταμένη εμπόλεμος κατάστασις τερματίζεται από της 10 Ιουνίου 1951 υπό την επιφύλαξιν της δια της συναφθησομένης συνθήκης ειρήνης ρυθμίσεων των εκ του πολέμου προκυψάντων ζητημάτων και υφισταμένων διαφορών».

Έτσι λοιπόν, το 1952 υπογράφηκε από τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία η Συμφωνία της Βόννης και ανάμεσα στα κράτη που το επικύρωσαν ήταν και η Ελλάδα. Στο άρθρο 1 προέβλεπε την αναβολή των γερμανικών αποζημιώσεων μέχρι να υπογραφεί η συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία.Στη συμφωνία της Βόννης αποδιδόταν από τη Γερμανία στην Ελλάδα ως αποζημιώσεις 827 εκατ. Δραχμές (115.000.000) όπου υπογράφηκε στις 18 Μαρτίου 1960 και το προέβλεπε το άρθρο 1 της Ελληνο-Γερμανικής αυτής συμφωνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 καταγραφόταν στον τρόπο που θα γινόταν η διανομή των αποζημιώσεων Θα γινόταν σε 4 δόσεις: 1η δόση στα 305 εκατ. Μάρκα σε ένα μήνα μετά τη θέση της Συμφωνίας σε ισχύ, 2η δόση στα 30 εκατ. φράγκα μέχρι την 1η Μαρτίου 1961, 3η δόση στα 30 εκατ. μάρκα μέχρι την 1η Μαρτίου 1962 και η 4η δόση στα 20 εκατ. μάρκα μέχρι την 1η Μαρτίου 1963. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι με το κείμενο της συμφωνίας του 1960, η Γερμανία αποδεχόταν την καταβολή όλων των αποζημιώσεων για τα εγκλήματα του ναζισμού με την Ελληνική κυβέρνηση να παραιτούνταν από το δικαίωμα της να γείρει νέες αξιώσεις στο μέλλον. Οι δικαιούχοι με βάση το Νομοθετικό Διάταγμα 4178/1961 της 21ης Αυγούστου 1961 ήταν οι Έλληνες υπήκοοι οι οποίοι διώχθηκαν από 6 Απριλίου 1941 έως το τέλος Μαΐου 1945 από τα όργανα του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος και εφόσον από τις ενέργειες των διωγμών επήλθε ένα από τα παρακάτω γεγονότα: θάνατος, σωματική βλάβη (αλλά όχι βλάβη που προκλήθηκε από ψυχολογικούς παράγοντες) και στέρηση της προσωπικής ελευθερίας (άρθρο 3). Βάσει του άρθρου 4 του Διατάγματος: (α) σε περίπτωση θανάτου υπηκόου που καταδιώχθηκε η αποζημίωση θα ανερχόταν σε 35.000 δραχμές και οι δικαιούχοι ήταν ο/η σύζυγος, τέκνα, γονείς ή τα αδέλφια, (β) σε περίπτωση αναπηρίας, η μέγιστη αποζημίωση στον παθόντα ανερχόταν σε 25.000 δραχμές και μειωνόταν ανάλογα με την ικανότητα για εργασία και (γ) σε όσους στερήθηκαν την ελευθερία τους, 500 δραχμές για κάθε μήνα κρατήσεων εντός Ελλάδος και 1000 δραχμές εκτός Ελλάδος. Τέλος, το άρθρο 5 προέβλεπε ότι θα γινόταν μείωση των αποζημιώσεων κατά τρόπο σύμμετρο αν το ποσό που θα καταβαλλόταν από την Γερμανία δεν επαρκούσε για την καταβολή όλων των προβλεπόμενων αποζημιώσεων.

Το ζήτημα του κατοχικού δανείου

Το θέμα του κατοχικού δανείου και η σημασία της διαχωρίστηκε από τις υπόλοιπες αποζημιώσεις θεωρώντας το ως ένα ξεχωριστό θέμα που θα πρέπει να ρυθμιστεί και να ολοκληρωθεί. Η Ελλάδα υπό την κατοχή αναγκάστηκε να παραχωρεί χρηματοδότηση σε μορφή δανείων για την υποστήριξη και την ενίσχυση των Γερμανικών πολεμικών επιχειρήσεων και για την κάλυψη των εξόδων της. Έτσι, στις 14/3/1942 υπογράφηκε η δανειακή σύμβαση μεταξύ των πληρεξούσιων της Γερμανίας και την Ιταλίας χωρίς την συμμετοχή της Ελλάδας. Η Ελλάδα ενημερώθηκε εννιά μέρες αργότερα όπου η Τράπεζα της Ελλάδος ξεκίνησε να εκπληρώνει τις νέες της υποχρεώσεις. Σύμφωνα με την δανειακή σύμβαση η Ελλάδα υποχρεούνταν:

  • Κατά μήνα να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δις. Δραχμές όπως προέβλεπε και το άρθρο 2.
  • Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος, άνω του ποσού αυτού θα χρεώνονται στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας ως άτοκο, σε δραχμές δάνειο της Ελλάδας προς αυτές (άρθρο 3).
  • Η επιστροφή του δανείου θα γινόταν αργότερα χωρίς σαφή ημερομηνίας έναρξης (άρθρο 4).
  • Η συμφωνίας είχε αναδρομική ισχύ από 1.1.1942 (άρθρο 5).

Ωστόσο, ακολούθησαν μερικές τροποποιήσεις σχετικά με την σύμβαση όπου υπήρχε περισσότερη σαφήνεια. Δηλαδή, η σύμβαση μετατράπηκε από αναγκαστική σε ένα κοινό συμβατικό δάνειο (ιδιωτικού δικαίου). Επίσης, με την τροποποίηση στις 2.12.1942 ορίζεται ότι να δανεικά θα αρχίσουν να επιστρέφονται από τον Απρίλιο του 1943 όπως προέβλεπε το άρθρο β, παράγραφοι 2 & 3) και το δάνειο είχε μετατραπεί σε σταθερού νομίσματος και έντοκο. Δηλαδή το κατοχικό δάνειο αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας και όχι επανορθωτική και γι΄αυτό δεν εντάχθηκε και στη συμφωνία του Λονδίνου το 1953.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η ναζιστική Γερμανία αναγνώρισε της υποχρεώσεις της προς την Ελλάδα όπου ξεκίνησε και η σταδιακή αποπληρωμή λίγους μήνες πριν την ολοκληρωτική κατάρρευση του καθεστώτος. Η Ελλάδα διαχρονικά, ουδέποτε σταμάτησε τις προσπάθειες για την διεκδίκηση του κατοχικού δανείου. Το 1964 με τον Αγγελόπουλο ως εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης, το 1965 με τον Α. Παπανδρέου, τις ελληνογερμανικές συνομιλίες στην Αθήνα το 1966. Ωστόσο, η Γερμανία αρνήθηκε την αποπληρωμή της υποχρέωσης που είχε με διάφορες δικαιολογίες χωρίς ισχυρά επιχειρήματα αν και το 1967 δέχθηκε επισήμως ότι η Ελλάδα έχει νόμιμες αξιώσεις από το κατοχικό δάνειο. Λόγω της άρνησης της Γερμανίας για την αποπληρωμή των δανείων, η Ελλάδα πρότεινε την λύση του ζητήματος με τον τρόπο που λύθηκε με την Γιουγκοσλαβία και Πολωνία οι οποίες το 1956 και 1971 αντιστοίχως, η Γιουγκοσλαβία έλαβε δάνεια ύψους 240 εκατ. μάρκων για 99 χρόνια με επιτόκιο 1% και η Πολωνία 1δις μάρκων άτοκα για 40 χρόνια. Η Γερμανία απέρριψε και αυτόν τον τρόπο λύσης με την Ελλάδα ισχυρίζοντας πως ήταν ξεχωριστή περίπτωση η Γιουγκοσλαβία και Πολωνία.

Οι αξιώσεις ιδιωτών σε ελληνικά και διεθνή δικαστήρια για τα γεγονότα στο Δίστομο

Το 1995 ξεκινούν οι διαδικασίες και προσπάθειες για την αποζημίωση των θυμάτων του Δίστομου, μια προσπάθεια δεκαετιών. Οι προσπάθειες ξεκινούν λοιπόν με τον νομάρχη της Βοιωτίας τον Ιωάννη Σταμούλη μαζί με τους συγγενείς των θυμάτων. Το 1997 με την υπ’αριθ 137/97 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς επιδικάζει την αποζημίωση για τα θύματα το ποσό της τάξεως των 23,5 περίπου εκατομμυρίων ευρώ σε 258 συγγενείς και επιζώντες. Αυτή η απόφαση, έδινε το δικαίωμα στην κατάσχεση γερμανικών περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα με την προϋπόθεση να προσυπογράψει ο υπουργός Δικαιοσύνης. Προκαλώντας την αντίδραση της Γερμανίας, εκπρόσωποι της προσφεύγουν στο Εφετείο Αθηνών χωρίς αποτέλεσμα αφού έκρινε σωστή την απόφαση του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς κάνοντας την Γερμανία να κινηθεί προς τον Άρειο Πάγο με το επιχείρημα της ετεροδικίας Το 2000 ο Άρειος Πάγος με την υπ’αριθ. 11/2000 απόφαση της Ολομέλειας του και με 16 υπέρ και 4 κατά, απέρριψε την προσφυγή των Γερμανών. Η Γερμανία, η οποία ήταν προβλέψιμη, δηλαδή την συνεχή άρνηση της αποζημίωσης προς την Ελλάδα, οδήγησε τον Ιωάννη Σταμούλη να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση κατά των περιουσιακών στοιχείων. Η δικαίωση των θυμάτων δεν επιτυγχάνεται επειδή το γερμανικό δημόσιο ασκεί αμέσως ανακοπή το 2002 η οποία γίνεται δεκτή από τον Άρειο Πάγο. Η υπογραφή τότε δεν έγινε από τον υπουργό δικαιοσύνης της κυβέρνησης Σημίτη λόγω της εισόδου της Ελλάδας στην ΟΝΕ δεν επιθυμούσε οποιαδήποτε σύγκρουση με την Γερμανία.

Τον Ιούνιο 2006, τέσσερα μέλη της οικογένειας Σφουντούρη καταφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ενάντια στην απόφαση της Γερμανικής κυβέρνησης και των δικαστηρίων της για την άρνηση της αποζημίωσης, επιθυμώντας την αναγνώριση από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι η Γερμανική κυβέρνηση και τα δικαστήρια δεν συμμορφώνονται με τις αποφάσεις. Δεν υπήρξε η οποιαδήποτε επιτυχία. Ενώ οι προσπάθειες της οικογένειας Σφουντούρη δεν έφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ο Σταμούλης απευθύνεται στην Ιταλία η οποία και αυτή στο παρελθόν έχει αποδεχθεί αγωγές από Ιταλούς πολίτες και έτσι την θεώρησε ως έναν τρόπος αναγνώρισης των αποφάσεων και ένα ισχυρό σύμμαχο. Εκεί, ζήτησε την κατάσχεση περιουσίας του Γερμανικού κράτους και ακολουθούν δικαστικές διαδικασίες που θα διαρκέσουν για 4 χρόνια μέχρι τον Νοέμβριο του 2008 να κηρυχθεί εκτελεστή η απόφαση της Λιβαδειάς στην Ιταλία. Ο Ιταλικός Άρειος Πάγος επιβεβαιώνει την νομιμότητα της κατάσχεσης οδηγώντας την Γερμανία να προσφύγει το 2009 στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το δικαστήριο της Χάγης τάχθηκε κατά των Ιταλικών αποφάσεων περί διεκδίκησης αποζημιώσεων για την περίπτωση του Δίστομου με το βασικότερο νομικό διακύβευμα της δίκης που αφορούσε το δικαίωμα στην ετεροδικία. Δηλαδή, η Γερμανία είχε το δικαίωμα να μην δικάζεται ως κράτος σε δικαστήρια άλλων κρατών και παράλληλα να μην αναγνωρίζει τις όποιες αποφάσεις λαμβάνονται σε αυτές. Δηλαδή, η απόφαση του δικαστηρίου της Χάγης εξηγούσε ότι τα Ιταλικά δικαστήρια παραβίασαν το δικαίωμα της ετεροδικίας με την έγκριση για κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων. Αυτό προκάλεσε απογοήτευση στην Ελλάδα και έκανε λόγο για μη ηθική πράξη της Γερμανίας, ότι δηλαδή θέτει την ετεροδικία πάνω από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μετά την απόφαση του δικαστηρίου της Χάγης φαινόταν ότι η ιστορία για την διεκδίκηση αποζημιώσεων για τα θύματα του Δίστομου έληξε κάτι το οποίο δεν ισχύει. Μετά από αρκετά χρόνια χωρίς αποτελέσματα, το 2015 ο υπουργός δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αναγνώρισε την απόφαση του Άρειου Πάγου για την υπογραφή της αναγκαστικής εκτέλεσης για κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού κράτους εντός Ελλάδας ως αποζημίωση των θυμάτων του Διστόμου. Η Γερμανία ωστόσο προειδοποίησε ότι θα δράσει αναλόγως αν υπάρξουν δραστηριότητες εις βάρος γερμανικής περιουσίας.

Η επιχειρηματολογία της Γερμανίας για την άρνηση καταβολής αποζημιώσεων

Η Συμφωνία της Βόννης έγινε το «δυνατό χαρτί» της Γερμανίας για την απόρριψη οποιονδήποτε άλλων αξιώσεων νέων αποζημιώσεων όπως είναι για παράδειγμα το κατοχικό δάνειο που παραμένει άλυτο μέχρι και σήμερα. Διαχρονικά με κάθε νέα Ελληνική κυβέρνηση γινόταν η προσπάθεια για την ολική διευθέτηση του ζητήματος των αποζημιώσεων χωρίς καμία επιτυχία. Γι’ αυτό το επιβεβαιώνει ο εκπρόσωπος του γερμανικού ΥΠΕΞ δηλώνοντας και απαντώντας στον τότε Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών τον Θ. Πάγκαλο ότι δεν υπάρχει λογική να αξιώνονται πολεμικές αποζημιώσεις μετά από 50 χρόνια και οποιαδήποτε υποχρέωση της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα έχουν εκπληρωθεί με 150 εκ. μάρκα για τα θύματα πολέμου, και τις εισφορές της Γερμανίας (30δισ μάρκα) στα ταμεία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που διατέθηκαν για την οικονομική και πολιτική ενσωμάτωση της Ελλάδας στην Ευρώπη. Η Γερμανία ισχυριζόταν ότι το ζήτημα για το κατοχικό δάνειο είχε λήξει από τον Καραμανλή σε συμφωνία με τον Αντενάουερ το 1958 κάτι το οποίο ο ΥΠΕΞ της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ο Αντώνης Σαμαράς το διέψευσε δημοσιοποιώντας ότι από τα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών δεν προέκυψε καμία συμφωνία για τις αποζημιώσεις αλλά ούτε συζητήθηκε το θέμα αυτό κατά της συνάντηση Καραμανλή- Αντενάουερ το 1958.

Η Γερμανία ισχυριζόταν ότι η νέα Γερμανική δημοκρατία που δημιουργήθηκε μετά την ήττα από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ευθύνεται για τα εγκλήματα της ναζιστικής Γερμανίας. Με πιο απλά λόγια, η Γερμανία θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει όλες τις αποζημιώσεις αν εξακολουθούσε να υπάρχει το ναζιστικό καθεστώς και απλά να κήρυττε την ήττα της. Επιπρόσθετα ήταν οι ισχυρισμοί πως όσο υπήρχαν δύο Γερμανίες (Δυτική και Ανατολική) δεν ετίθετο ζήτημα για επανορθώσεις Όταν έγινε η επανένωση της Γερμανίας και η Ελλάδα έθεσε το ζήτημα των αποζημιώσεων, η κυβέρνηση της Γερμανίας απάντησε λέγοντας πως δεν μπορεί να υπάρξουν συζητήσεις για αποζημιώσεις μετά από 50 χρόνια. Σαφώς, η μόνιμη δικαιολογία των Γερμανών για την άρνηση τους να αποζημιώσουν το ελληνικό κράτος και τους πολίτες της ήταν η Συμφωνία του Λονδίνου του 1953, η οποία προέβλεπε ότι συνολική εξέταση του ζητήματος των επανορθώσεων δεν θα μπορούσε να γίνει πριν από την οριστική υπογραφή οριστικής συνθήκης ειρήνης. Ο ειδικός νόμος 2023/1952 της 10/3/1952 «περί λήξεως της μετά της Γερμανίας εμπολέμου καταστάσεων» όριζε πως η οποιαδήποτε διευθέτηση και συζήτηση των ζητημάτων που προέκυψαν από τον πόλεμο θα γινόταν με τη «Συνθήκη Ειρήνης» που επρόκειτο να υπογράψουν οι δύο χώρες. Το πρόβλημα με αυτό ήταν ότι ουδέποτε υπογράφηκε συνολική Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας για να μπορέσουν να προχωρήσουν και στην ρύθμιση του ζητήματος των επανορθώσεων Ακριβώς για αυτούς τους λόγους, οι απαιτήσεις της Ελλάδας για την διεκδίκηση των αποζημιώσεων παραμένει μέχρι και σήμερα ένα άλυτο ζήτημα χωρίς να υπάρχει κάποια αισιοδοξία πλέον λόγω της δραματικά υποβαθμισμένης θέσης της Ελλάδας όπως είναι η οικονομική της κατάσταση και η διαρκή άρνηση της Γερμανίας να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της.

 

Του Ιβάν Σωτηριάδη

 

Βιβλιογραφία:

U.N. Office of Legal Affairs, Responsibility of States for Internationally Wrongful Acts 2001 http://legal.un.org/ilc/texts/instruments/english/draft_articles/9_6_2001.pdf

Ευαγγελίδου Ιουλία, Οι γερμανικές αποζημιώσεις υπό το διεθνές δίκαιο. (Master thesis), Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2016 http://repo.lib.duth.gr/jspui/handle/123456789/10288

Γιώγας Παναγιώτης, Η επίκληση του θεσμού της ετεροδικίας στο διεθνές δίκαιο (Master thesis), Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2017, http://repo.lib.duth.gr/jspui/handle/123456789/10890

Rib and Sea, Κατέβαλε η Γερμανία τις πολεμικές αποζημιώσεις στην Ελλάδα;, 2015, https://goo.gl/T9F2dV

Έλληνας Δικηγόρος, Ελληνικό Νομοθετικό Πλαίσιο για τις Γερμανικές Αποζημιώσεις Παγκοσμίων Πολέμων προς Έλληνες Υπηκόους, 2013, https://www.helleniclawyer.eu/2013/09/blog-post.html

Τάσος Μ. Ηλιαδάκης, Οι επανορθώσεις και το γερμανικό κατοχικό δάνειο, εκδ. Πελασγός, 2012, https://goo.gl/CkBabm

Απόφαση 11/2000 του Άρειου Πάγου: https://goo.gl/W1CgTC

TVXS, Ελένη Μπέλου, Πως η δικαίωση του Διστόμου σκόνταψε τις πολιτικές ισορροπίες, 2015, http://tvxs.gr/news/ellada/pos-i-dikaiosi-ton-thymaton-toy-distomoy-skontapse-stis-politikes-isorropies

Εφημερίδα «Η καθημερινή», Ο κ. Παρασκευόπουλος θα υπογράψει την απόφαση για το Δίστομο, 2015, http://www.kathimerini.gr/806941/article/epikairothta/politikh/o-k-paraskeyopoylos-8a-ypograyei-thn-apofash-gia-to-distomo

Αρέσει σε %d bloggers: