Συσταλτικές δημοσιονομικές πολιτικές και ανάπτυξη

Scroll down to content

Τα τελευταία χρόνια γίνεται συχνά λόγος για “μέτρα λιτότητας” που έχουν επιβληθεί στη χώρα μας, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κρίσεις δημόσιου χρέους που αυτές οι χώρες βιώνουν. Έτσι έχει ανοίξει ένας διάλογος για τη χρησιμότητα των μέτρων αυτών. Μία μεγάλη διαμάχη διεξάγεται στα κοινοβούλια, στους εργασιακούς χώρους και στις ακαδημαϊκές αίθουσες. Με την επιβολή των μέτρων παρατηρήθηκε έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια. Άγνωστα πολιτικά κόμματα γιγαντώθηκαν δημοσκοπικά λόγω της εναντίωσής τους σε αυτές τις πολιτικές (ΣΥΡΙΖΑ, Κίνημα Πέντε Αστέρων, Podemos). Οι κατήγοροι της λιτότητας υποστηρίζουν ότι η μείωση της δαπάνης και η αύξηση των φόρων είναι αντιπαραγωγικές πολιτικές επειδή οδηγούν σε οικονομική συρρίκνωση. Επιπλέον, τονίζεται το ενδεχόμενο αποτυχίας της οικονομικής εξυγίανσης από την κατάρρευση των φορολογικών εσόδων και ως αποτέλεσμα επισημαίνεται η μη μείωση του ελλείμματος. Παρά τα λάθη των πολιτικών αυτών (ενδεχομένως αρκετά υψηλοί δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές) είναι περίεργο ότι όλοι όσοι διαφωνούν με τις πολιτικές αυτές είναι ως επί το πλείστον οπαδοί οικονομικών θεωριών οι οποίες οδήγησαν στην κρίση χρέους των ευρωπαϊκών χωρών. Η αθρόα αύξηση κρατικών δαπανών με το πρόσχημα της τόνωσης της ζήτησης (βραχυπρόθεσμα) καθώς επίσης οι άκριτοι διορισμοί στο δημόσιο με το πρόσχημα της «εργασιακής σταθερότητας» είναι μόνο δύο παραδείγματα αυτής της νοοτροπίας.

Πρόσφατα, ο επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ελλάδα, Πίτερ Ντόλμαν, προειδοποίησε την κυβέρνηση για τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για τα οποία έχει δεσμευτεί. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα για τα οποία έχει δεσμευτεί η χώρα, ήτοι 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και 2,2% μεσοσταθμικά έως το 2060 περιορίζουν τη δυνατότητα της κυβέρνησης να στηρίξει την ανάπτυξη. Παρόλα αυτά, το πρόβλημα της χώρας δεν είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα αυτά καθαυτά αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθούν. Αυτό ίσως ήταν και το μεγαλύτερο λάθος όλων των μνημονιακών κυβερνήσεων. Αντί να μειωθούν δαπάνες μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (κλείσιμο οργανισμών, πάταξη γραφειοκρατίας) οι κυβερνήσεις επέλεγαν μονίμως την πιο αντιπαραγωγική, αντιαναπτυξιακή και αντιφιλελεύθερη λύση δηλαδή την αύξηση των φόρων προκειμένου να μπορούμε να παρουσιάσουμε πρωτογενές πλεόνασμα. Για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί είναι λάθος η άποψη του Πίτερ Ντόλμαν αλλά (εν μέρει) και των κατήγορων της επονομαζόμενης λιτότητας αξίζει να αναφερθούμε στο παράδειγμα χωρών όπως η Δανία, η Ιρλανδία αλλά και η Μεγάλη Βρετανία που με την εφαρμογή συσταλτικών δημοσιονομικών πολιτικών πέτυχαν υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

Η οικονομία της Δανίας το 1980 βρισκόταν σε βαθιά κρίση. Το 1982 η νέα κυβέρνηση του Πόουλ Σλιότερ εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής πειθαρχίας κατάφερε να μειώσει το δημόσιο έλλειμμα κατά 15% μέσα σε βάθος τετραετίας. Και ενώ οι περισσότεροι οικονομολόγοι θα περίμεναν μία τόσο αυστηρή προσαρμογή να οδηγήσει σε οικονομική συρρίκνωση αντιθέτως το πραγματικό ΑΕΠ της Δανίας αυξήθηκε περίπου 3,5% από το 1983 εως το 1986.

1.png

 

Το 1987 ο πρωθυπουργός της Ιρλανδίας Charles Haughey εφαρμόζοντας ένα αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας κατάφερε να μειώσει το έλλειμμα κατά 7% του ΑΕΠ. Η Ιρλανδία με τη βοήθεια αυτής της αυστηρής πολιτικής βίωσε αυτό που ονομάστηκε από πολλούς «Το Ιρλανδικό θαύμα» και η Ιρλανδία χαρακτηρίστηκε ως «Κέλτικη Τίγρης».

 

2.gif

 

Η Μάργκαρετ Θάτσερ ανέλαβε τη διακυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου το 1979. Η οικονομία εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε πτωτική πορεία. Η Θάτσερ έθεσε ως προτεραιότητά της τη μείωση του πληθωρισμού. Προκειμένου να το πετύχει αυτό αύξησε τα επιτόκια ακολουθώντας μία σφιχτή νομισματική πολιτική. Ταυτόχρονα μείωσε τις κρατικές δαπάνες και ενθάρρυνε τις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων οργανισμών. Η πολιτική της Θάτσερ άρχισε να αποδίδει καθώς βελτιώθηκαν τα δημοσιονομικά μεγέθη, η οικονομία ανέκαμψε και ο πληθωρισμός έπεσε αισθητά. Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας ήταν φυσικό επακόλουθο της αντιπληθωριστικής πολιτικής που εφήρμοσε. Αν δεχθούμε τα συμπεράσματα της καμπύλης Phillips τότε γνωρίζουμε εμπειρικά τη βραχυπρόθεσμα αντίστροφη σχέση που υπάρχει μεταξύ ανεργίας και πληθωρισμού σε μια οικονομία.

 

3.jpg

4.jpg

5.gif

 

Οι περιπτώσεις της Ιρλανδίας, της Δανίας αλλά και της Μεγάλης Βρετανίας αποδεικνύουν δημοσιονομικά ότι οι ισοσκελισμένοι ή και πλεονασματικοί προϋπολογισμοί δεν οδηγούν απαραίτητα σε οικονομική συρρίκνωση. Αυτό συμβαίνει διότι οι περικοπές ελλειμμάτων σημαίνουν ότι η κυβέρνηση μελλοντικά δε θα πρέπει να αυξήσει τη φορολογία για να χρηματοδοτήσει ελλείμματα. Εφόσον δε θα χρειαστεί η μελλοντική φορολογία να χρηματοδοτεί ελλείμματα, αυξάνονται οι προσδοκίες για χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές στο μέλλον. Επομένως αν τα νοικοκυριά αναμένουν χαμηλότερους φόρους στο μέλλον και άρα μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα, θα αυξήσουν τις δαπάνες τους σήμερα. Οι χαμηλότεροι φόροι αυξάνουν τη συσσώρευση κεφαλαίου και μειώνουν τις στρεβλώσεις στην οικονομία. Τα μέτρα αυτά έχουν την ίδια επίδραση στην οικονομία με μία θετική διαταραχή προσφοράς. Οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί για μια χώρα όπως η Ελλάδα βοηθάνε στο να αυξηθεί η αξιοπιστία της οικονομίας, να μειωθούν οι ανησυχίες για αθετήσεις πληρωμών και να μειωθεί η αβεβαιότητα για διαταραχές στην αγορά.

 

Του Σωκράτη Μουλώτσιου

 

Βιβλιογραφία:

«Can Severe Fiscal Contractions be Expansionary? Tales of Two Small European Countries»/Francesco Giavazzi, Marco Pagano/NBER Working Paper No. 337

Mishkin Frederic S.(2015), Μακροοικονομική, εκδόσεις Utopia

https://www.conservativehome.com/thetorydiary/2012/10/the-public-finances-under-margaret-thatcher-and-under-the-coalition-compared.html

https://www.theguardian.com/politics/datablog/2013/apr/08/britain-changed-margaret-thatcher-charts

https://www.economicshelp.org/blog/274/uk-economy/economic-impact-of-margaret-thatcher/