Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε για πολλούς τη λύση στις πολλές συγκρούσεις που συντάραξαν τον κόσμο με επίκεντρο την Ευρώπη τον 20ο αιώνα. Για πολλές δεκαετίες η λύση αυτή φαίνονταν να είναι αποτελεσματική, ενώ η Οικονομική Ένωση του 2002 οδήγησε στην ανάπτυξη στενότερων σχέσεων μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο την τελευταία δεκαετία η εμφάνιση δύο μεγάλων κρίσεων – της Οικονομικής Κρίσης και της Προσφυγικής Κρίσης, συντάραξαν συθέμελα τη σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτές οι δυο κρίσεις, όπως και οι Γιουγκοσλαβικοί Πόλεμοι, έδειξαν την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιμετωπίσει μεγάλες κρίσεις αλλά και τη μεγάλη ανάγκη για μεταρρυθμίσεις. Όμως η άποψη αυτή δεν ήταν όπως αποδείχτηκε ευρέως αποδεκτή, καθώς ένας μεγάλο μέρος των λαών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στράφηκε στον λαϊκισμό και σε ακραία εθνικιστικά πολιτικά ρεύματα, για τη λύση των προβλημάτων τους – είτε στα δεξιά είτε στα αριστερά του πολιτικού φάσματος.

Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες επιθυμούσαν πλέον την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που ωστόσο δεν έγινε παρά μόνο σε μια περίπτωση, αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου . Στις 23 Ιουνίου του 2016, οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου αποφάσισαν με 51.9% των ψήφων υπέρ της εξόδου της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο αυτό αποδείχθηκε δυσκολότερο στην πράξη και οδήγησε σε προβλήματα που οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου δεν περίμεναν ότι θα προκύψουν.

Ποια ήταν όμως αυτά τα προβλήματα που προκύπτουν από το πιθανό Brexit; Πρώτον είναι οι χρηματικές υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Ηνωμένο Βασίλειο όπως κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής, Ένωσης καλείται να αποδώσει ένα μέρος των εσόδων του στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο και αποτελεί τη βάση των επενδύσεων και των προγραμμάτων της. Αυτό κατά κύριο λόγο σημαίνει ότι τα πιο εύρωστα οικονομικά κράτη βοηθούν έμμεσα τα πιο αδύναμα οικονομικά κράτη. Το γεγονός ότι έπρεπε να πληρώνουν τα πιο αδύναμα κράτη αποτέλεσε και ένα από τα βασικά επιχειρήματα του Brexit καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο λάμβανε σε χορηγίες μόλις το 66% των χρημάτων που παρείχε στον προϋπολογισμό. Αυτή η κατάσταση προβλημάτισε έντονα την ευρωπαϊκή ηγεσία, η οποία παρέχει ελαφρύνσεις στα κράτη που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος.

Ένα άλλο επιχείρημα του Brexit, που χρησιμοποιήθηκε από τους υποστηρικτές του, είναι ότι μπορεί να μη χρειαστεί να πληρώσουν και καθόλου χρήματα κατά την έξοδό τους. Ποιο είναι όμως το νομικό πλαίσιο που ισχύει; Σύμφωνα με τον άρθρο 70 της Σύμβασης της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών, όταν τερματίζεται μια συνθήκη τότε αυτό «δεν επηρεάζει το δικαίωμα, την υποχρέωση ή τη νομική κατάσταση των μερών που δημιουργήθηκαν με την εκτέλεση της Συνθήκης πριν από τη λήξη της». Αυτό είναι και το επιχείρημα που χρησιμοποιεί και η Ευρωπαϊκή Ένωση ζητώντας από το Ηνωμένο Βασίλειο να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις που υπέγραψε. Ωστόσο εδώ υπάρχει και μια σημαντική υποσημείωση που πρέπει να γίνει, και η οποία είναι καθοριστική, για την έκβαση του ζητήματος, καθώς στο ίδιο άρθρο αναφέρει «εκτός εάν η συνθήκη προβλέπει διαφορετικά ή τα μέρη συμφωνούν διαφορετικά «. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που υπάρχει άλλο άρθρο στην εκάστοτε συνθήκη τότε εφαρμόζεται το άρθρο για έξοδο από τον οργανισμό της συνθήκης αυτής και όχι το άρθρο 70 της Σύμβαση της Βιέννης. Και η εν λόγω συνθήκη – η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) – προβλέπει διαφορετικά στη μορφή του διάσημου άρθρου 50. Στο άρθρο 50 της ΣΕΕ βασίζεται το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και πολλών νομικών συμβούλων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 50 δεν αναφέρει τίποτα για τα χρήματα ή τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις. Σε περίπτωση αποχώρησης ενός μέλους από τη ΣΕΕ. Έτσι, σε αυτήν την ερμηνεία, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα έπρεπε να πληρώσει τίποτα αν δεν υπήρχε συμφωνία απόσυρσης, επειδή η ίδια η συνθήκη δεν λέει τίποτα για τέτοιες πληρωμές. Το άρθρο 50 αναφέρει ότι «οι Συνθήκες παύουν να ισχύουν για το εν λόγω κράτος» είτε όταν τεθεί σε ισχύ μια συμφωνία αποχώρησης είτε δύο έτη μετά την ημερομηνία ενεργοποίησης του άρθρου 50 από το κράτος μέλος που προτίθεται να αποχωρήσει. Έτσι γίνεται αντιληπτό ότι αν και το Ηνωμένο Βασίλειο προτίθεται να πληρώσει ένα ποσό για να κλείσει μια συμφωνία, κυρίως στον εμπορικό τομέα, που είναι για αυτό και το πιο κρίσιμο ζήτημα, μιας και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο πιο σημαντικός εμπορικός της συνεργάτης, αν κρίνει ότι το ποσό είναι πολύ μεγάλο μπορεί να αποχωρίσει χωρίς συμφωνία. Βέβαια μια τέτοια κίνηση εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου θα προκαλέσει μεγάλη ζημιά στην αξιοπιστία του να τηρεί τις δεσμεύσεις του και θα κριθεί αρνητικά από τις αγορές και τους Ευρωπαίους. Ένα στοιχείο πολύ σημαντικό, αν θυμηθεί κανείς το τραγικό αποτέλεσμα των χειρισμών του Αλέξη Τσίπρα και του Γιάννη Βαρουφάκη το 2015 που κατέληξε σε ένα αχρείαστο μνημόνιο.

Συμπερασματικά καταλήγουμε, ότι είναι απαραίτητο να βρεθεί η χρυσή τομή στο οικονομικό κομμάτι της συμφωνίας καθώς μια κατάρρευση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου δεν είναι προς το συμφέρον κανενός. Γιατί αν και θα ζημιωθεί το Ηνωμένο Βασίλειο περισσότερο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα μείνει αλώβητη. Παράλληλα πρέπει να γίνουν τροποποιήσεις στο άρθρο 50 καθώς είναι σημαντικές οι παραλείψεις του, που επιτρέπουν αυτή την αντιπαράθεση, καθώς ακόμα και με την κατάργησή του η διαδικασία θα γίνονταν ευκολότερη. Η κατάργηση του δεν θα αναιρούσε τη δυνατότητα αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι τα κράτη μέλη συνεχίζουν να είναι κυρίαρχα και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας διεθνής οργανισμός, οπότε αυτό που θα γίνονταν είναι να ακολουθηθούν οι διαδικασίες αποχώρησης που προβλέπονται από το άρθρο 70 της Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών, ένα πιο ολοκληρωμένο άρθρο.

Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό ζήτημα, αποτελεί το μελλοντικό καθεστώς των συνόρων της Βόρειας Ιρλανδίας, που ανήκει στο Ηνωμένο Βασίλειο και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ποιο όμως είναι το ζήτημα που αφορά τα σύνορα των συγκεκριμένων χωρών και γιατί αποτελούν πρόβλημα στην προσπάθεια εφαρμογής του Brexit; Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος πρέπει να γίνει μια ιστορική αναδρομή στην Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής ή Συμφωνίας του Μπέλφαστ. Στις 10 Απριλίου 1998 υπογράφηκε η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής με στόχο να σταματήσει τις συγκρούσεις της περιόδου, γνωστή και ως οι Ταραχές. Οι συγκρούσεις στη Βόρεια Ιρλανδία χρονολογούνται από την εποχή που διαχωρίστηκε από την υπόλοιπη Ιρλανδία στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Η Μεγάλη Βρετανία είχε κυβερνήσει την Ιρλανδία εδώ και εκατοντάδες χρόνια, αλλά η Ιρλανδία ανεξαρτητοποιήθηκε από τη βρετανική κυριαρχία – αφήνοντας τη Βόρεια Ιρλανδία ως μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου και τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας ως ξεχωριστή χώρα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χωριστούν οι πολίτες της χώρας σε δυο στρατόπεδα τους Ενωτικούς ή Πιστούς, μιας και ήταν πιστοί στο Βρετανικό Στέμμα και προτεστάντες και στους Εθνικιστές ή Δημοκρατικούς που επιθυμούσαν την ένωση με την Δημοκρατία της Ιρλανδίας και ήταν καθολικοί. Οι Ενωτικοί έχοντας την εξουσία, όντας περισσότεροι, την καταχράστηκαν εμποδίζοντας τους Εθνικιστές να βρουν δουλειά ή σπίτι. Οι Εθνικιστές αντέδρασαν, βίαια, κάτι που δεν έμεινε αναπάντητο από τους Ενωτικούς με το αποτέλεσμα να ακολουθήσει μια μεγάλη περίοδος βίας στη δεκαετία του 1960 γνωστή ως Ταραχές. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε στις επόμενες δεκαετίες με πολλούς νεκρούς και από τις δύο πλευρές. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η σύγκρουση, αποστέλλονται βρετανικά στρατεύματα στην περιοχή, αλλά έρχονται σε σύγκρουση με τις εθνικιστικές στρατιωτικές ομάδες, η μεγαλύτερη των οποίων ήταν ο IRA. Ο IRA πραγματοποίησε θανατηφόρους βομβαρδισμούς στη Βρετανία και στη Βόρεια Ιρλανδία, κάτι που έκαναν και οι ένοπλες ομάδες των Ενωτικών. Το αποτέλεσμα ήταν πολλοί νεκροί με αποκορύφωμα την Αιματηρή Κυριακή όπου 14 ειρηνικοί διαδηλωτές σκοτώθηκαν από βρετανικά πυρά. Μετά από χρόνια διαμάχης, στη δεκαετία του 1990 ο IRA ανακοίνωσε ότι θα σταματούσε τις βομβιστικές επιθέσεις και τον ένοπλο αγώνα. Αυτό έδωσε στους Ενωτικούς και τους Εθνικιστές την ευκαιρία να προσπαθήσουν να λύσουν τα προβλήματά τους. Δεν ήταν μια εύκολη διαδικασία και άλλες χώρες συμμετείχαν για να βοηθήσουν τις δύο πλευρές να επιτύχουν μια συμφωνία. Τελικά το 1998, μετά από σχεδόν δύο χρόνια συνομιλιών και 30 χρόνια σύγκρουσης, υπογράφηκε η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας νέας κυβέρνησης που θα μπορούσε να μοιραστεί την εξουσία μεταξύ ενωτικών και εθνικιστών. Αυτή η συμφωνία αν και αντιμετώπισε προβλήματα στην εφαρμογή της στην πάροδο του χρόνου, πέτυχε τον βασικό σκοπό της, να σταματήσει την βία.

Τώρα όμως εμφανίζεται ένας παράγοντας, το Brexit, που δείχνει ότι μπορεί να καταστρέψει το οικοδόμημα της συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέστησε σαφές ότι επιθυμεί την παραμονή της Βόρειας Ιρλανδίας στην Τελωνειακή Ένωση της ΕΕ. Αυτό επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να μεταφέρει αγαθά ελεύθερα στη Βόρεια Ιρλανδία και να διατηρεί ένα κοινό σύνορο με τρίτες χώρες. Κάτι τέτοιο οδηγεί σε τρία πιθανά αποτελέσματα. Πρώτον, η Βόρεια Ιρλανδία θα μπορούσε να μείνει στην Τελωνειακή Ένωση, ενώ το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο θα αποχωρήσει. Έτσι η οικονομία της Βόρειας Ιρλανδίας θα συνδεθεί στενότερα με την οικονομία της Ιρλανδίας, ωφελώντας τους εθνικιστές. Δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να υποστηρίξει ένα σκληρό σύνορο μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας Ιρλανδίας. Εδώ, οι Ενωτικοί θα κερδίσουν, αν και με το τίμημα ενός αυξημένου κινδύνου βίας από δυσαρεστημένους Ιρλανδούς εθνικιστές. Τέλος, το σύνολο του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσε να παραμείνει στην τελωνειακή ένωση και ίσως στην ενιαία αγορά, η οποία επιτρέπει την πώληση αγαθών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να πρέπει να συμμορφώνεται με πληθώρα διαφορετικών εθνικών κανονισμών. Αυτή η επιλογή θα διατηρούσε το status quo τόσο για τους εθνικιστές όσο και για τους Ενωτικούς, με το τίμημα να είναι η δυσαρέσκεια των υποστηρικτών του Brexit, κάτι που ίσως να οδηγήσει στην πτώση της σημερινής κυβέρνησης υπό την ηγεσία της πρωθυπουργού Theresa May. Είναι προφανές, ότι το καλύτερο αποτέλεσμα για τη συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής θα ήταν εάν το Ηνωμένο Βασίλειο συμφωνούσε να παραμείνει στην τελωνειακή ένωση και την ενιαία αγορά. Εάν συμβεί αυτό, η ισορροπία μεταξύ των Ενωτικών και των Εθνικιστών θα διατηρούνταν ως έχει, επιτρέποντας τη συνέχιση της ομαλής συνύπαρξης τους.

 

Του Στέργιου Βακάλη

 

Πηγές:

http://ec.europa.eu/budget/explained/budg_system/financing/fin_en.cfm

https://www.foreignaffairs.com/articles/ireland/2018-03-29/northern-irelands-brexit-problem

https://www.bbc.co.uk/news/uk-politics-41635217

https://www.bbc.co.uk/newsround/14118775

Advertisements