Χιροσίμα και Ναγκασάκι: Ο τραγικός επίλογος του Β’Π.Π.

Scroll down to content

“Σε παλαιότερες εποχές, τα έθνη ζούσαν με αμοιβαία άγνοια και στην πραγματικότητα το ένα μισούσε ή φοβόταν το άλλο. Το πνεύμα της αδελφικής συνεννόησης μεταξύ τους ας κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος. Με αυτή την πίστη, εγώ, ένας γέρος άνθρωπος, χαιρετώ εσάς, Ιάπωνες μαθητές, από μακριά και ελπίζω πως η γενιά σας κάποτε θα τοποθετήσει τη δική μου στην ντροπή.”

λμπερτ Αϊνστάιν, Προς τους μαθητές των σχολείων της Ιαπωνίας

Η Ιαπωνία αρνείται να παραδοθεί

Το 1945 είδε την Αυτοκρατορική Ιαπωνία να πολεμάει έναν πλέον μάταιο πόλεμο. Παρά την συντριπτική υπεροχή των Συμμάχων, οι Ιάπωνες επιδεικνύοντας τρομερό φανατισμό συνέχισαν να αντιστέκονται. Ως παράδειγμα στο μέγεθος του φανατισμού από τον οποίο διακατέχονταν μπορεί να αναφερθεί η μάχη για την μικρή νήσο της Ίβο Τζίμα, όπου για πάνω από έναν μήνα (19 Φεβρουαρίου με 26 Μαρτίου 1945) μόλις 20.500 Ιάπωνες πολέμησαν μέχρι θανάτου πάνω από 110.000 Αμερικανούς στρατιώτες προκαλώντας τους πάνω από 26.000 τραυματίες και νεκρούς. Έτσι οι Σύμμαχοι και περισσότερο οι Αμερικάνοι ,επιθυμούσαν να αποφύγουν μία χερσαία επιχείρηση εναντίον της Ιαπωνίας φοβούμενοι τις τρομερές απώλειες που οι φανατισμένοι Ιάπωνες μπορούσαν να προκαλέσουν. Οι Μάχες στην Ίβο Τζίμα και αργότερα στην Οκινάουα είχαν δείξει πως η εδαφική κατάκτηση της ίδιας της Ιαπωνίας θα είναι αργή και εξίσου φονική για τους στρατούς τους. Για αυτό και αποφασίστηκε πως οι πολεμικές επιχειρήσεις θα επικεντρώνονταν σε καταστροφές εργοστασίων και στρατιωτικών βάσεων της Ιαπωνικής ενδοχώρας χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε άλλο μέσο εκτός από τις ζωές στρατιωτών. Οι Ιάπωνες και οι Σύμμαχοι αποκαλούσαν τον πόλεμο στον οποίον βρίσκονταν “ολοκληρωτικό” που σήμαινε πως δεν υπήρχε περιορισμός στα μέσα που θα χρησιμοποιούνταν για να επιτευχθεί η νίκη.

Τους μήνες λοιπόν μετά την μάχη για την Ίβο Τζίμα, Οι Αμερικάνοι ξεκίνησαν μια εκστρατεία μαζικών βομβαρδισμών των μεγάλων πόλεων της Ιαπωνίας. Μαζί με τους βομβαρδισμούς οι σύμμαχοι επίσης επέκτειναν και τον ναυτικό αποκλεισμό ολόκληρης της χώρας. Αν και παρόμοιοι βομβαρδισμοί είχαν ξεκίνησαν ήδη από το 1944, το μέγεθος τους και η σφοδρότητα τους ήταν πολύ μικρότερες από αυτά του 1945. Συνολικά 67 πόλεις καταστράφηκαν κατά την διάρκεια αυτής της εκστρατείας η οποία κόστισε τη ζωή σε πάνω από 300.000 αμάχους. Ανάμεσα σε αυτές τις πόλεις ήταν και το ίδιο το Τόκιο (9-10 Μαρτίου του 1945) το οποίο μέσα σε ένα βράδυ καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από ένα σμήνος 540 βομβαρδιστικών. Τα θύματα στο Τόκιο ξεπέρασαν τα 100.000 καθώς το 80% των κτιρίων της πόλης καταστράφηκαν αφήνοντας πάνω από 1.000.000 άστεγους. Ωστόσο η διοίκηση της Ιαπωνίας προσπαθούσε να αποφύγει πάση θυσία μια άνευ όρου συνθηκολόγηση καθώς πότε στην Ιστορία της η Ιαπωνία δεν είχε καταληφθεί από κανέναν. Οι σύμμαχοι χρησιμοποιούσαν οποιοδήποτε μέσο ήταν απαραίτητο για να καταστρέψουν τα μέσα παραγωγής της Ιαπωνίας χωρίς να νοιάζονται ιδιαιτέρα για τις παράπλευρες απώλειες. Πολλοί έβλεπαν ακόμα και τον απλό λαό ως πιθανό εχθρό στο μέλλον για αυτό και θεωρούσαν τις μαζικές καταστροφές των πόλεων και τον αναρίθμητο θάνατο αμάχων αναγκαίο.

Οι διπλωματικές «κινήσεις» της Ιαπωνίας

Οι Ιάπωνες ήλπιζαν πως θα καταφέρουν να φτάσουν σε μια ικανοποιητική για τα συμφέροντα τους συμφωνία ειρήνης με τους συμμάχους. Στις 26 Ιουλίου του 1945 η Ιαπωνική κυβέρνηση απέρριψε το τελεσίγραφο του Πότσνταμ το οποίο απαιτούσε άνευ όρου συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας στους συμμάχους. Το τελεσίγραφο απειλούσε την Ιαπωνία με “ολοκληρωτική καταστροφή” εάν αρνηθεί την συνθήκη, απειλή που Ιαπωνική κυβέρνηση αψήφησε. Οι Ιάπωνες επίσης προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν συμφωνίες με την Σοβιετική ένωση μα κάτι τέτοιο δεν είχε επιτυχία καθώς οι Σοβιετικοί ετοίμαζαν ήδη εισβολή ενάντια τους.

Πρόγραμμα Μανχάταν: Το πυρηνικό πρόγραμμα της Αμερικής

Οι Αμερικάνοι υπό άκρα μυστικότητα είχαν καταφέρει να αναπτύξουν ένα επιτυχημένο επιστημονικό πρόγραμμα για την κατασκευή ατομικών βομβών. Το πρόγραμμα Μανχάταν (Manhattan project) όπως λέγονταν, ξεκίνησε το 1942 προκειμένου να κατασκευαστούν πυρηνικά όπλα πριν την Ναζιστική Γερμανία. Στον ”αγώνα” για την εφεύρεση των πυρηνικών όπλων , πάνω από 200.000 επιστήμονες ανάμεσά τους και ο Αλμπέρ Αϊνστάιν επιστρατεύθηκαν σε εξαντλητική έρευνα. Μετά από την επιτυχία της Δοκιμής trinity (trinity test) στις 16 Ιουλίου του 1945 στην έρημο της πολιτείας του νέου Μεξικού, ήταν πλέον ολοφάνερο πως η εφιαλτική δύναμη των ατομικών όπλων θα ήταν καθοριστική στους μελλοντικούς πολέμους. Έτσι, βάση των σχεδίων της δοκιμής trinity, οι Αμερικάνοι κατασκεύασαν δύο ατομικές βόμβες με το κωδικό όνομα little-boy (αγοράκι) και Fatman (χοντρός). Ο αρχικός σκοπός των βομβών ήταν να χρησιμοποιηθούν εναντίον της Γερμανίας αλλά με την Ναζιστική Γερμανία να έχει παραδοθεί στις 2 Μαΐου του 1945, θεωρήθηκε σωστό να χρησιμοποιηθούν ενάντιας της Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας.

Ο βομβαρδισμός της Χιροσίμας

Η Χιροσίμα κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας με πληθυσμό 381.000. Η ίδια η πόλη είχε τεράστια στρατηγική και βιομηχανική σημασία καθώς στην πόλη βρίσκονταν πολλές στρατιωτικές βάσεις και εργοστάσια. Επίσης η πόλη δεν είχε υποστεί κανέναν βομβαρδισμό κάνοντας την έναν ιδανικό στόχο.

Το αεροσκάφος που θα πραγματοποιούσε την αποστολή ήταν ένα B-29 ονομαζόμενο Ενόλα Γκέι (Enola Gay) από το όνομα της μητέρας του διοικητή και πιλότου του αεροσκάφους Συνταγματάρχη Paul W.Tibbets. To πλήρωμα του αποτελούνταν από 12 άντρες με μεγάλη εμπειρία από την 12ή εναέρια μεραρχία των ΗΠΑ. Το αεροσκάφος θα πραγματοποιούσε την αποστολή συνοδευμένο από άλλα 6 Β-29 βομβαρδιστικά τα οποία θα πραγματοποιούσαν βοηθητικό ρόλο στην αποστολή. Σε περίπτωση που δεν θα ήταν δυνατή η ρίψη της βομβας στη Χιροσίμα , εναλλακτικοί στόχοι θα ήταν η πόλη του Ναγκασάκι ή της Κοκκούρας. Έτσι στις 6 Αυγούστου του 1945 η ανώτατη διοίκηση του στρατού, παρά την άρνηση πολλών για την χρήση του όπλου, έδωσε το πράσινο φως για να αρχίσει η επιχείρηση.

Το Ενόλα Γκέι έφτασε πάνω από την Χιροσίμα στις 8:09 ώρα Χιροσίμας. Η ρίψη της βόμβας έγινε από ύψος 9.400 μέτρων στοχεύοντας την γέφυρα Αϊόη αν και ο αέρας παρέσυρε την βόμβα 240 μέτρα μακριά από τον στόχο ακριβώς πάνω από την χειρουργική κλινική Σίμα. Η βόμβα είχε αλεξίπτωτο για καλύτερη ακρίβεια και για να δώσει χρόνο στο αεροσκάφος να ξεφύγει από την εκρηκτική της ζώνη. Έτσι μετά από 44,4 δευτερόλεπτα πτώσης, όταν η βόμβα έφτασε στα 580 μέτρα πάνω από το έδαφος , που ήταν και το κατάλληλο ύψος για να πυροδοτηθεί ώστε να μπορέσει να μεγιστοποιηθεί η ζημιά, ο μηχανισμός σχάσης ενεργοποιήθηκε και ο Little boy εξερράγη.

Αν και μόλις το 1,7% του ουρανίου της συσκευής μπόρεσε να πυροδοτηθεί, η έκρηξη απελευθέρωσε ενέργεια ίση με 16 χιλιάδες τόνους ΤΝΤ. Η ίδια η έκρηξη εξαΰλωσε σε διάστημα δευτερολέπτων μια ακτίνα 1600 μέτρων όπου αναπτύχτηκαν θερμοκρασίες πάνω από 5000 βαθμούς κελσίου. Το οστικό κύμα και οι τεράστιες πυρκαγιές που ξέσπασαν τελικά ισοπέδωσαν ολοσχερώς μια συνολική έκταση 11 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Το Ενόλα Γκέι κατάφερε να απομακρύνθεί 16 χιλιόμετρα όταν εξερράγη η βόμβα και συνέχισε να παρατηρεί την έκρηξη για τέσσερα λεπτά ακόμη. Μόνο ο Συνταγματάρχης Tibbets και άλλοι δύο από το πλήρωμα του αεροσκάφους ήξεραν τι ήταν τα πυρηνικά όπλα καθώς τότε ακόμα και η ίδια η ύπαρξη τους ήταν απόρρητη. Το θέαμα προκάλεσε τρομερό σοκ σε όλο το πλήρωμα ακόμα και σε αυτούς που ήξεραν για την βόμβα καθώς ο όλεθρος που προκάλεσε ξεπερνούσε κάθε φαντασία.

Η έκρηξη και οι μετέπειτα τρομερές πυρκαγιές κατέστρεψε το 69% της πόλης ,σκότωσαν πάνω από 70.000 άτομα (17% του πληθυσμού της πόλης) και τραυμάτισαν άλλα περίπου τόσα αν και πολλά πτώματα εξαϋλώθηκαν τελείως από την έκρηξη και δεν μπόρεσαν να καταμετρηθούν. Η συντριπτική πλειοψηφία των νεκρών ήταν άμαχος πληθυσμός καθώς μόλις 20.000 στρατιώτες υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν. Σε ένα χρόνο τα θύματα από την βόμβα διπλασιάστηκαν εξαιτίας της ραδιενέργειας η οποία απελευθερώθηκε μετά την βόμβα.

Στις πρώτες ώρες μετά την έκρηξη στις γύρω πόλεις και σε ολόκληρο το κράτος επικρατούσε πανικός και σύγχυση καθώς το μόνο που μπορούσαν οι δημοσιογράφοι να περιγράψουν είναι μια τεράστια φωτιά και ένα πελώριο νέφος πάνω από την πόλη. Οι περισσότεροι ασύρματοι και τηλεφωνικές γραμμές στην πόλη είχαν κοπεί και οι λιγοστές πληροφορίες που έρχονται από την πόλη έκαναν λόγο για μια “νέα βόμβα” και για “ολοκληρωτική καταστροφή”. Ήταν τόσο σοκαριστική η είδηση που το Ανώτερο Επιτελείο του στρατού στην αρχή την θεώρησε ως “απλή φήμη.” Τελικά τα μέλη του Ανώτατου Επιτελείου μετέβησαν στην Χιροσίμα ώστε να επιβεβαιώσουν τις φήμες. Τελικά οι αξιωματικοί και ολόκληρο το κράτος έμαθε για την Χιροσίμα 16 ώρες αργότερα όταν και ο Τρούμαν είχε αναγγείλει στο Αμερικανικό κοινό τα γεγονότα της 6η Αυγούστου. Η έκρηξη σόκαρε την Ιαπωνία που αν και είχε προειδοποιηθεί για “ολοκληρωτική καταστροφή” από φυλλάδια που οι Αμερικάνοι είχαν πέταξαν σε πολλές πόλεις της Ιαπωνίας, κανένας δεν περίμενε πως μια τέτοια καταστροφική συσκευή μπορεί να υπάρξει.

“Ο κόσμος θα ξέρει πως η πρώτη ατομική βόμβα ρίχτηκε στην Χιροσίμα, μια στρατιωτική βάση. Νικήσαμε τον αγώνα της ανακάλυψης ενάντιας των Γερμανών. Θα χρησιμοποιήσουμε αυτό το όπλο ώστε να σώσουμε πολλές χιλιάδες ζωές Αμερικανών στρατιωτών μας.”

Απόσπασμα από την ομιλία του Προέδρου Τρούμαν για τον βομβαρδισμό της Χιροσίμας 6 Αυγούστου 1945.

Ο Βομβαρδισμός στο Ναγκασάκι

Το Ναγκασάκι ήταν μια πολυπληθής πόλη με 240.000 κατοίκους. Η πόλη έχει το μεγαλύτερο λιμάνι στην Νότια Ιαπωνία και ήταν βιομηχανικό κέντρο για την παραγωγή όπλων και πολεμικών πλοίων. Η πόλη είχε βομβαρδιστεί σε μικρή κλίμακα τουλάχιστον 5 φορές στο παρελθόν παρόλα αυτά ήταν δευτερεύον στόχος καθώς ο Fatman προορίζονταν για την πόλη Κοκκούρα αλλά εξαιτίας κακών καιρικών συνθηκών επιλέγει ως δευτερεύον στόχος.

Η αποστολή θα ακολουθούσε παρόμοια βήματα με την προηγούμενη. Έτσι στις 9 Αυγούστου του 1945 ξεκίνησε η δεύτερη και τελευταία χρήση ατομικών όπλων στην παγκόσμια ιστορία. Το Β-29 αεροσκάφος που θα μετέφερε την βόμβα αυτή την φορά ονομάζονταν Μπόκσταρ (Bockstar) κάτω από τον έλεγχο του ταγματάρχη Charles W. Sweeney και την συνοδεία άλλων 5 Β-29 αεροσκαφών. Αν και τεχνικά προβλήματα και οι καιρικές συνθήκες απείλησαν την αποστολή , στο τέλος ο σχηματισμός κατάφερε και έφτασε πάνω από την πόλη του Ναγκασάκι. Το Ενόλα Γκέι ήταν στον σχηματισμό αλλά οι διαταγές του θα ήταν να πραγματοποιεί καιρικές παρατηρήσεις πάνω από την Κοκκούρα.

Αν και αρχικά υπήρχε πυκνή συννεφιά πάνω από την πόλη του Ναγκασάκι, στις 11:01 ένα μικρό άνοιγμα στα σύννεφα επέτρεψε στο πλήρωμα του Bockstar να ρίξει την βόμβα .Στις 11:02 ο Fatman ρίχτηκε στοχεύοντας το κέντρο της βιομηχανικής περιοχής της πόλης αν και ο αέρας πάλι μετακίνησε την βόμβα περίπου 3 χιλιόμετρα μακριά από το στόχο της. Η βόμβα πλουτωνίου τελικά εξερράγη 47 δευτερόλεπτα μετά την ρίψη της 520 μέτρα πάνω από ένα γήπεδο Τένις. Η βόμβα είχε εκρηκτική δύναμη μεγαλύτερη της Χιροσίμας καθώς απελευθέρωσε εκρηκτική δύναμη ίση με 22 κιλοτόνους TNT. Παρόλα αυτά η βόμβα έπεσε σε μη επίπεδη περιοχή και το μεγαλύτερο μέρος της πόλης προστατεύτηκε από τους λόφους και τα βουνά. Η έκρηξη σε διάστημα δευτερολέπτων ισοπέδωσε τα εργοστάσια της περιοχής σκοτώνοντας ακαριαία σχεδόν όλους όσους δουλεύουν εκεί. Η έκρηξη κατέστρεψε μια ακτίνα περίπου 3 χιλιομέτρων ,σκότωσε γύρο στα 40,000 άτομα και τραυμάτισε άλλους 60.000. Σε αντίθεση με την Χιροσίμα όμως δεν ξέσπασε καμία πυρκαγιάς καθώς τα περισσότερα κτήρια της βιομηχανικής περιοχής ήταν φτιαγμένα από μπετόν. Μετά από έναν χρόνο, ο αριθμός τον θυμάτων εξαιτίας της βόμβας ξανά διπλασιάστηκαν όπως συνέβη και στη Χιροσίμα . Παρά τους χιλιάδες των νεκρών μόλις 150 από αυτούς ήταν στρατιώτες. Ανάμεσα στα θύματα επίσης ήταν και 20 αιχμάλωτοι πολέμου των συμμάχων που δούλευαν στα εργοστάσια παρά την θέλησή τους.

Ο βομβαρδισμός του Ναγκασάκι άργησε να μαθευτεί από την διοίκηση που ήδη ετοίμαζε την παράδοση του κράτους. Ο δεύτερος βομβαρδισμός θα παρέμενε ένα απόρρητο μυστικό στο κοινό για τα επόμενα 20 χρόνια αν και μέχρι τότε πολλοί μπόρεσαν και δημοσίευσαν την πληροφορία παρά την συνεχόμενη παρεμπόδιση των αρχών. Οι Αμερικάνοι ωστόσο απειλούσαν και για τρίτο χτύπημα την Ιαπωνία αν δεν παραδίδονταν άνευ όρων. Μάλιστα ένας Αμερικανός πιλότος που πιάστηκε αιχμάλωτος είπε πως η Αμερική διαθέτει 100 πυρηνικές βόμβες προκαλώντας πανικό στην κυβέρνηση.

Την ίδια μέρα με την ρίψη της βόμβας στο Ναγκασάκι , η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στην Μαντζουρία (περιοχή της ανατολικής Κίνας που βρίσκονταν υπό Ιαπωνική κατοχή) καταστρέφοντας σε μόλις μερικές ημέρες σχεδόν όλα τα Ιαπωνικά στρατεύματα της περιοχής και καταλαμβάνοντας όλα τα εργοστάσια βιολογικού πετρελαίου. Το “διπλό χτύπημα” όπως ονομάστηκε, τάραξε την Ιαπωνία πολύ περισσότερο από την βόμβα του Ναγκασάκι καθώς πλέον οι κτήσεις τους στην Ασία ήταν καταδικασμένες.

Οι βόμβες πέρα από τον απόλυτο όλεθρο που προκάλεσαν στις δύο πόλεις, μόλυναν με ραδιενέργεια το έδαφος και τον αέρα τους. Υπολογίζεται πως τα θύματα ανήλθαν περίπου στα 230.000 με τον ακριβή αριθμό των θυμάτων είναι αδύνατο να υπολογιστεί καθώς τερατογενέσεις και άλλα συμπτώματα της μόλυνσης από ραδιενέργεια εμφανίζονται ακόμη και σήμερα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι.

Η άνευ όρου παράδοση της Ιαπωνίας

Τελικά στις 14 Αυγούστου, ο Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας Χιροχίτο υπό την πείνα που προκλήθηκε από τον αποκλεισμό της χώρας, τον φόβο των μαζικών καταστροφών που μπορούσαν να εξαπολύσουν οι Σύμμαχοι καθώς και την ανελέητη προέλαση των Σοβιετικών, ανακοίνωσε την παράδοση της Ιαπωνίας. Παρά τις αντιρρήσεις και τις αντιδράσεις του στρατού, ο Αυτοκράτορας μπόρεσε και πραγματοποίησε την παράδοση της Ιαπωνίας με μόνον όρο να μείνει αυτός και η οικογένεια στην αυτοκρατορική θέση πράγμα που οι σύμμαχοι δέχτηκαν. Πολλοί στρατηγοί αρνήθηκαν να αφήσουν τα όπλα και συνέχισαν να πολεμάνε ή αυτοκτόνησαν. Η κυβέρνηση και οι αξιωματικόι της Ιαπωνίας θα άρχιζαν άμεσα να καταστρέφουν αποδείξεις σχετικά με τα φρικτά εγκλήματα που πραγματοποιήθηκαν στην Κίνα και στον Ειρηνικό, εγκλήματα που αρνούνται πως διέπραξαν μέχρι σήμερα. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1945 η Ιαπωνία υπογράφει και επίσημα την παράδοση της πάνω στο Αμερικανικό θωρηκτό Μισούρι (Missouri) και μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου όλοι οι άλλοι στρατοί και οι κτήσεις της Ιαπωνίας είχαν παραδοθεί. Αυτή η συνθήκη θα σήμανε και την ολοκληρωτική λήξη του πολύπαθου Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.

Ήταν η ρίψη των ατομικών βομβών αναγκαίο κακό;

Γενικά επικρατούν δύο απόψεις σχετικά με τη ρίψη των βομβών . Η πρώτη είναι πως η χρήση των πυρινικών βομβών ήταν αναγκαία προκειμένου να παραδοθεί γρηγορότερα η Ιαπωνία και να αποφευχθεί μια χερσαία επιχείρηση που θα κόστιζε τη ζωή σε πολλούς περισσότερους στρατιώτες και αμάχους . Η δεύτερη είναι πως η παράδοση της Ιαπωνίας ήταν θέμα χρόνου δεδομένου της στρατιωτικής υπεροχής των συμμάχων και της τεράστιας καταστροφής που είχε υποστεί το κράτος από τους ανελέητους βομβαρδισμούς. Για αυτό και η ρίψη των βομβών αποτέλεσε επίδειξη ισχύος της Αμερικής καθώς και αφορμή για πειραματισμό αυτής της νέας καταστροφικής τεχνολογίας. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, είναι δεδομένο πως η δολοφονία άμαχου πληθυσμού για οποιοδήποτε λόγο είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και πρέπει να καταδικάζεται.

 

Του Ηρακλή Κητίδη

 

Πηγές:

Allen, Louis (1969). «The Nuclear Raids».

Asada, Sadao (1996). «The Shock of the Atomic Bomb and Japan’s Decision to Surrender: A Reconsideration».

Bernstein, Barton J. (Spring 1991). «Eclipsed by Hiroshima and Nagasaki: Early Thinking about Tactical Nuclear Weapons».

Bodden, Valerie (2007). «The Bombing of Hiroshima & Nagasaki».

Bungei, Shunjū Senshi Kenkyūkai (1981). «The Day Man Lost: Hiroshima».

Frank, Richard B. (1999). «Downfall: The End of the Imperial Japanese Empire».

Ishikawa, Eisei; Swain, David L. (1981). «Hiroshima and Nagasaki: The Physical, Medical, and Social Effects of the Atomic Bombings».

Advertisements