Η Συμφωνία των Πρεσπών και το εθνικό συμφέρον

Scroll down to content

Η «Τελική Συμφωνία για την επίλυση διαφορών οι οποίες περιγράφονται από τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993), τη λήξη της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995 και την εδραίωση στρατηγικής σχέσης μεταξύ των μερών», ή εν συντομία «Συμφωνία των Πρεσπών» είναι μια διακρατική συμφωνία του  «Πρώτου Μέρους», της Ελληνικής Δημοκρατίας και του «Δεύτερου Μέρους» (της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας) για την επίλυση διαφορών μεταξύ των δύο κρατών, όπως αυτές τέθηκαν στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993). Στόχος της συμφωνίας είναι μέσω της επίλυσης των διαφορών των δύο κρατών να επιτευχθεί η εδραίωση στρατηγικής εταιρικής σχέσης, όπως συμφωνήθηκε στην ν. 32193 Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995. Στη συγκεκριμένη συμφωνία καθώς και στην παρούσα αναφορά, δεδομένου ότι δεν έχει βρεθεί ακόμη λύση μεταξύ των δύο κρατών, η αναφορά στην Ελληνική Δημοκρατία και στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας θα είναι «Πρώτο Μέρος» και «Δεύτερο Μέρος» αντίστοιχα.  

Στη ν. 32193 Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995, αφαιρέθηκε μετά από κοινή απόφαση το «Αστέρι της Βεργίνας*» από την σημαία του Δεύτερου Μέρους, που χρησιμοποιήθηκε από το 1992 μέχρι το 1995 και άνοιξε το δρόμο για τη συμμετοχή του Δεύτερου Μέρους σε διεθνείς οργανισμούς (πχ. το Συμβούλιο της Ευρώπης) με την προϋπόθεση ότι θα χρησιμοποιήσει μέχρι την εύρεση λύσης το όνομα «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», σύμφωνα με την παράγραφο 2 της απόφασης 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Σύμφωνα με το κλασικό ρεαλισμό, θεώρηση της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων η οποία  κυριάρχησε μέχρι την πτώση του διπολικού διεθνούς συστήματος το 1989 και αργότερα δέχθηκε αρκετές συμπληρωματικές προσθήκες με την ανάπτυξη πολλών υποθεωρήσεων, η πολιτική είναι «αγώνας για την απόκτηση ισχύος», η οποία ορίζεται ως η ικανότητα ενός δρώντος να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός άλλου. Τα κράτη δρουν ορθολογικά, φροντίζουν δηλαδή για το δικό τους συμφέρον το οποίο ταυτίζεται με την απόκτηση ισχύος. Ο Hans J. Morgenthau, ένας από τους πιο ονομαστούς μελετητές της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων, υποστηρίζει ότι η ισχύς είναι οτιδήποτε εδραιώνει τον έλεγχο ενός κράτους πάνω σε ένα άλλο, είτε συνεργατικά, είτε καταναγκαστικά*. Οι μελετητές ρεαλιστές τονίζουν ότι τα κράτη καταφεύγουν στον πόλεμο, όχι από λάθος εκτιμήσεις αλλά για να εξυπηρετήσουν σαφή συμφέροντα και πολιτικούς σκοπούς. Επιπλέον εκτιμούν οτι οι κανόνες του (διεθνούς) δικαίου δεν παίζουν κανένα ρόλο, παρά μόνο εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ισχυρών. Συγκεκριμένα, για τους κλασικούς ρεαλιστές, τους οποίους εκφράζει κυρίως ο Hans Morgenthau, οι διεθνείς οργανισμοί είναι δημιουργήματα και εργαλεία στα χέρια των ισχυρών. Τόσο οι διεθνείς οργανισμοί όσο και οι συμμαχίες υπάρχουν για όσο υφίστανται σταθερά κοινά συμφέροντα και ανάλογα με την ισχύ των κρατών μελών.  

Η λέξη κλειδί για την προσέγγιση της έννοιας του εθνικού συμφέροντος είναι η  «επιβίωση». Σύμφωνα με τον Hans J. Morgenthau, η επιβίωση των κρατών στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: στην επιβίωση της 1) φυσικής ταυτότητας, 2) πολιτικής ταυτότητας 3) πολιτιστικής ταυτότητας. Η διατήρηση της φυσικής ταυτότητας ισοδυναμεί με την επιβίωση της εδαφικής ακεραιότητας ενός κράτους (δηλαδή την προάσπιση της άμυνας και της ασφάλειας του κράτους). Η ασφάλεια επιτυγχάνεται μέσω της ισχύος και μάλιστα σύμφωνα με τη θεωρία του ρεαλισμού, τη στρατιωτική ισχύ. Τα κράτη επιδιώκουν την ισχύ, αποτιμούν τα συμφέροντα τους αποκλειστικά στη βάση της ισχύος. Η διατήρηση της πολιτικής ταυτότητας ισοδυναμεί με την επιβίωση των υφιστάμενων πολιτικοοικονομικών καθεστώτων. Ουσιαστικά, επιχειρείται η εξασφάλιση της ευημερίας και της κοινωνικής συνοχής, τα οποία συνδέονται με την οικονομική ανάπτυξη. Η διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας ταυτίζεται με τους ιστορικούς, γλωσσολογικούς, θρησκευτικούς, φυλετικούς κανόνες σε ένα έθνος-κράτος, δηλαδή τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας. Επιπλέον, ο Morgenthau τονίζει ότι τα όρια του εθνικού συμφέροντος είναι ανάλογα με την ισχύ και τις δυνατότητες μιας χώρας. 

*Η εξέλιξη του κλασικού ρεαλισμού είναι ο διαμορφωμένος από τον Kenneth Waltz*  δομικός ρεαλισμός ή νεορεαλισμός.  Οι νεορεαλιστές διαφοροποιούνται στο ζήτημα των διεθνών θεσμών. Υποστηρίζουν πως οι διεθνείς θεσμοί δεν είναι αποτέλεσμα σύμπτωσης συμφερόντων αλλά επιδεικνύουν τους συσχετισμούς ισχύος στο διεθνές σύστημα. Η θεώρηση του δομικού ρεαλισμού δεν είναι σε θέση να εξετάσει το πόσο ουσιώδες είναι το εθνικό συμφέρον, διότι όπως ισχυρίζονται οι νεορεαλιστές το εθνικό συμφέρον δεν υπάρχει αυτό καθ αυτό αλλά ορίζεται και διαμορφώνεται σύμφωνα με τις επιταγές του διεθνούς συστήματος.

ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η συμφωνία των Πρεσπών περιλαμβάνει  τις εξής σημαντικές αλλαγές. Το επίσημο συνταγματικό όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και θα χρησιμοποιείται erga omnes. *  Η ιθαγένεια του Δεύτερου Μέρους θα είναι Μακεδονική/Πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας. Η επίσημη γλώσσα του Δευτέρου Μέρους θα είναι η «Μακεδονική γλώσσα». 

Η ανάλυση της Συμφωνίας των Πρεσπών θα γίνει με βάση τους τρεις βασικούς πυλώνες του εθνικού συμφέροντος α) την εθνική ασφάλεια β) την οικονομική ανάπτυξη γ) την πολιτιστική κληρονομιά, όπως αυτοί περιγράφονται από την επικρατέστερη θεώρηση των Διεθνών Σχέσεων, αυτή του ρεαλισμού. 

* . Οι ρίζες του «erga omnes» προέρχονται από το ρωμαϊκό δίκαιο και σημαίνει «έναντι πάντων» ή «έναντι όλων». Η Ελλάδα ζητούσε και ζητά από την π.Γ.Δ.Μ να χρησιμοποιήσει το νέο όνομα που συμφωνήθηκε διεθνώς και εγχώρια για όλες τις χρήσεις.

Α) Περί εθνικής ασφάλειας

Στο άρθρο 2(1) του κειμένου της συμφωνίας επισημαίνεται πως εφόσον κυρωθεί η συμφωνία το Πρώτο Μέρος δεν θα αντιταχθεί σε οποιαδήποτε πρόσκληση λάβει το Δεύτερο Μέρος για ένταξη σε διεθνείς οργανισμούς στους οποίους είναι ήδη μέλος το Πρώτο Μέρος. Από τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας το Πρώτο Μέρος δεσμεύεται να δώσει πράσινο φως στην ένταξη του Δευτέρου Μέρους στη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ) και στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων του Δευτέρου Μέρους με την Ευρωπαϊκή Ένωση, με το όνομα Βόρεια Μακεδονία. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ρεαλιστές, η ασφάλεια επιτυγχάνεται μέσω της ισχύος και μάλιστα της στρατιωτικής ισχύος.  Επομένως, η είσοδος της πΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς δεν θα προσφέρει τίποτα στο ελληνικό εθνικό συμφέρον. Εν συνεχεία, στο άρθρο 4 της συμφωνίας, τα δύο μέρη δεσμεύονται στην έλλειψη συνταγματικών αναφορών περί διεκδίκησης οποιασδήποτε περιοχής δεν περιλαμβάνεται στα υφιστάμενα διεθνή σύνορα. Ωστόσο δεν υπάρχει καμία εγγύηση πως μία μελλοντική κυβέρνηση της πΓΔΜ δεν θα καταφύγει σε αλυτρωτικές δηλώσεις ή ακόμη και σε συνταγματικές αλλαγές. Κανένας διεθνής οργανισμός δεν έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις αποφάσεις σε επίπεδο κράτους. Κάθε συμμαχία μεταξύ κρατών υπάρχει όσο υφίστανται σταθερά κοινά συμφέροντα, τα οποία σύμφωνα με τους δομικούς ρεαλιστές τροποποιούνται με βάση τις πιέσεις του διεθνούς συστήματος.   Στο άρθρο 11 της συμφωνίας γίνεται λόγος για τη στενή συνεργασία των δύο μερών με σκοπό τη διασφάλιση της εξέλιξης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης σε μια περιοχή ειρήνης. Ωστόσο, σύμφωνα με το ρεαλισμό, υπέρτατο εθνικό συμφέρον είναι η ασφάλεια και η επιβίωση σε εθνικό και όχι σε υπερεθνικό επίπεδο. Έτσι, η εξέλιξη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ως σύνολο δεν παρουσιάζει το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας. Στο άρθρο 12 της συμφωνίας προτείνεται η σύσταση ενός διμερούς οργάνου, του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας των δύο κυβερνήσεων με στόχο τη σωστή και αποτελεσματική εφαρμογή της συμφωνίας. Ωστόσο, το παραπάνω όργανο φαίνεται να είναι απλά συμβουλευτικό χωρίς την ικανότητα επιρροής σε περίπτωση μη σωστής εφαρμογής της συμφωνίας. 

Με βάση τα παραπάνω, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως η Συμφωνία των Πρεσπών δεν προασπίζει το εθνικό συμφέρον και συγκεκριμένα τον πρώτο πυλώνα αυτού, την εθνική ασφάλεια. Η είσοδος του Δευτέρου Μέρους σε διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς με βάση το άρθρο 2 δεν εξασφαλίζει περαιτέρω ασφάλεια στο Πρώτο Μέρος, όσο το διεθνές σύστημα παραμένει άναρχο και κρατοκεντρικό. 

Β) Περί οικονομικής ανάπτυξης 

Στα άρθρα 9 και 14 της συμφωνίας επισημαίνεται ότι οι δύο χώρες δεσμεύονται να συνεργαστούν οικονομικά αφού τεθεί σε ισχύ η συμφωνία. Ωστόσο, το σύνολο του περιεχομένου του άρθρου αποτελεί συμβουλευτικού χαρακτήρα ενώ δεν περιέχει συγκεκριμένες προτάσεις για περαιτέρω κρατικές ή ιδιωτικές επενδύσεις. Παρά το διαχρονικό πρόβλημα της ονομασίας, δεν φαίνεται να υπήρξαν φραγμοί στην οικονομική συνεργασία των δύο χωρών πέρα από το εμπάργκο του 1994-1995. Ειδικότερα, μετά το 1999 με την κρίση στο Κόσοβο όταν οι επενδυτές των δυτικών χωρών ήταν όλο και πιο διστακτικοί στο να συνεχίσουν τις οικονομικές τους δραστηριότητες στην π.Γ.Δ.Μ, οι Έλληνες επενδυτές ενώ οι διαφωνίες μεταξύ των χωρών παρέμεναν άλυτες δεν έχασαν την εμπιστοσύνη τους απέναντι στην οικονομία των Σκοπίων. Η Ελλάδα είναι σήμερα πλέον η τέταρτη πιο σημαντική χώρα επενδυτής στην π.Γ.Δ.Μ. Ενδεικτικά, οι ελληνικές επενδύσεις ανέρχονται στο 12,1% των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων της π.Γ.Δ.Μ*. Έτσι, η προάσπιση του ελληνικού εθνικού συμφέροντος μέσω της οικονομικής ευημερίας και ανάπτυξης δεν εξασφαλίζεται μέσω αυτής της συμφωνίας διότι έχει σχεδόν πλήρως καλυφθεί.

Γ) Περί πολιτιστικής ταυτότητας

Οι διαφορές των δύο μερών στο θέμα της ονομασίας ξεκίνησαν μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όταν και διαχωρίστηκε η τότε λεγόμενη Vardar Banoniva από την Σερβία από το Στρατάρχη Τίτο. Αυτή η περιοχή απέκτησε καθεστώς ομόσπονδης συνιστώσας και μετονομάστηκε τελικά σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Ο Στρατάρχης Τίτο με αυτές τις πράξεις στόχευε μελλοντικά σε εδαφικές διεκδικήσεις της Γιουγκοσλαβίας στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας καθώς και στην εξασφάλιση διεξόδου στο Αιγαίο. Έτσι ξεκίνησε να καλλιεργείται η ιδέα του «μακεδονικού έθνους». Πληροφοριακά, ο όρος «Μακεδονία» είναι ελληνική λέξη η οποία αναφέρεται στον πολιτισμό των Αρχαίων Μακεδόνων που ανήκουν στο ελληνικό έθνος και στην ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Ωστόσο, ο αλυτρωτισμός της π.Γ.Δ.Μ δεν στοχεύει στη συσχέτιση με τους Αρχαίους Έλληνες Μακεδόνες αλλά στην ύπαρξη μιας σλαβικής «μακεδονικής οντότητας» με βάση τους στόχους του Στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο που αναφέρθηκαν παραπάνω. Έτσι, η επισήμανση του άρθρου 7 της συμφωνίας πως η αντίληψη για τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνες» του Δευτέρου Μέρους νοείται στην επικράτεια, τη γλώσσα τον πληθυσμό και τα χαρακτηριστικά του, με τη δική του ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά διαφορετικά από αυτά του πρώτου μέρους καθώς και ότι η μακεδονική γλώσσα ανήκει στην κατηγορία των Νότιων Σλαβικών γλωσσών δεν αποτελεί συμβιβασμό σε θέματα πολιτιστικής ταυτότητας για το Πρώτο Μέρος, αλλά αντιθέτως μια διπλωματική ήττα, η οποία σε καμία περίπτωση δεν προασπίζει το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας ενώ ενθαρρύνει περαιτέρω μελλοντικές εκφράσεις αλυτρωτισμού από την π.Γ.Δ.Μ.

Στο εθνικό συμφέρον της Ελλάδας περιλαμβάνεται και η παύση της οποιασδήποτε χρήσης αρχαίων ελληνικών συμβόλων και γενικότερα η παύση της καπηλείας της Αρχαίας Μακεδονίας από την π.Γ.Δ.Μ, κάτι το οποίο ενώ δεν αποτελούσε στόχο του Στρατάρχη Τίτο καλλιεργήθηκε έντονα μετά την ανεξαρτησία της π.Γ.Δ.Μ από τη Γιουγκοσλαβία το 1991 για λόγους καθαρής πολιτικής σκοπιμότητας Ωστόσο, σε αντίθεση με την ενδιάμεση συμφωνία του 1995, στην οποία απαγορεύτηκε η χρήση του Αστεριού της Βεργίνας από την π.Γ.Δ.Μ (Άρθρο 7(2) της ενδιάμεσης συμφωνίας), το άρθρο 8 της συμφωνίας ενώ κάνει λόγο για αποφυγή χρήσης συμβόλων πολιτιστικής κληρονομιάς, δεν αναφέρεται συγκεκριμένα σε κανένα από αυτά τα σύμβολα, δημιουργώντας πολλά ερωτήματα. Ενώ σε περίπτωση που ένα μέρος εξακολουθεί μετά και τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας να κάνει χρήση ιστορικών συμβόλων του άλλου μέρους δεν αναφέρεται συγκεκριμένα ο τρόπος με τον οποίο θα βρεθεί μια κοινή λύση μεταξύ των μερών. 

Εν κατακλείδι, όσον αφορά τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί με βάση τους στόχους του Πρώτου και του Δεύτερου Μέρους διπλωματική ήττα για την Ελλάδα, η οποία δεν εκπροσωπεί το εθνικό της συμφέρον , αλλά αντιθέτως ανταποκρίνεται με επιτυχία στο εθνικό συμφέρον της π.Γ.Δ.Μ, πάντα με βάση τους στόχους που είχαν αρχικά τεθεί από τον Στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο.    

Αριστοτέλης Σωμαράκης, Ηλίας Παπαϊωάννου

   

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Κουλουμπής, Θεόδωρος, 1995. Διεθνείς Σχέσεις: Εξουσία και Δικαιοσύνη, σ. 09, σ. 118, 
  2. Κουσκουβέλης, Ηλίας, 2007, Εισαγωγή στις Διεθνείς Σχέσεις, [1] σ. 61, [2] σ. 66 , [3] σ.60

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

*  Τι σημαίνει ο όρος «erga omnes»; , καταχώριση στο Euronews

* Agency for Foreign Investments and Export Promotion (F.Y.R.O.M)

*Το Ζήτημα του Ονόματος της π.Γ.Δ.Μ Υπουργείο Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας

Αρέσει σε %d bloggers: