Πρέσπες: Οφέλη και ευκαιρίες μέσα από την ομίχλη των συστημικών αδιεξόδων

Scroll down to content

Η Π.Γ.Δ.Μ., από την ανεξαρτητοποίηση της από τη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας το 1991 και έπειτα, επιδίωξε παγίως την εξασφάλιση των απαραίτητων συντελεστών ισχύος για την επιβίωση της. Αναγνωρίζοντας την αδυναμία απόκτησης βασικών σκληρών συντελεστών ισχύος (στρατιωτική ισχύς), αλλά και των περιοριστικών παραγόντων που προκύπτουν από την γεωγραφική της θέση (ισχυρότερα γειτονικά κράτη, περίκλειστο κράτος) καθώς και το κλίμα ανασφάλειας που επικρατούσε (και επικρατεί) στο περιφερειακό σύστημα που ανήκει (συγκρούσεις στο χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας) οδηγήθηκε στην αναζήτηση εναλλακτικών μορφών ισχύος. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η εφαρμογή μίας πολιτικής η οποία επιδίωκε την ενότητα, δεδομένου του ότι αντιμετώπιζε έντονη πληθυσμιακή ανομοιογένεια, και επικεντρώθηκε στην καλλιέργεια έντονου εθνικού συναισθήματος γύρω από το «Μακεδονισμό» (ο οποίος υπήρχε στην περιοχή από το μεσοπόλεμο), επιδιώκοντας να αναβαθμίσει με αυτό τον τρόπο το στάτους της αλλά και την κοινωνική του συνοχή.

Το Ελληνική Δημοκρατία, κατεξοχήν δύναμη status quo, προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στον άξονα του ότι ο Μακεδονισμός αποτελούσε απειλή για την σταθερότητα της περιοχής αλλά κυρίως για την ίδια την Ελλάδα, αφού δημιουργεί ένα αναθεωρητικό και αλυτρωτικό αφήγημα, με διεκδικήσεις επί ελληνικών εδαφών. Ωστόσο η Ελληνική εξωτερική πολιτική όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και μεταβλήθηκε ελάχιστα στα χρόνια της μεταπολίτευσης, επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη καλών σχέσεων και στην επίλυση των προβλημάτων με τους βόρειους γείτονες μας, για την επικέντρωση στον «εξ ανατολών κίνδυνο». Οδηγούμενη από αυτή, η σημερινή κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, η οποία διαθέτει το απαραίτητο πολιτικό πρόσημο για να δικαιολογήσει αυτήν την πολιτική, κατέληξε σε μία επιβαλλόμενη από τους συστημικούς δρώντες συμφωνία η οποία έπληττε την ισχύς και των δύο κρατών.

Η Συμφωνία των Πρεσπών σε αυτό το στάδιο μπορεί να θεωρηθεί μη ανατρέψιμη, εξετάζοντας κανείς τους συστημικούς παράγοντες, δηλαδή τη σύγκρουση του Δυτικού Κόσμου με τη Ρωσία για την επικράτηση των συμφερόντων τους στη περιοχή. Η σύγκρουση αυτή έχει οδηγήσει το φιλελεύθερο κόσμο να θεωρεί επιτακτική ανάγκη την προσχώρηση της ΠΓΔΜ στην Βορειοατλαντική Συμμαχία και μετέπειτα στην ΕΕ, έτσι ώστε να αποφευχθεί η ρωσική επιρροή. Η ανάγκη αυτή μεγεθύνθηκε με την έντονη επιθετικότητα που παρουσιάζει η Μόσχα στην εξωτερική της πολιτική, τόσο μέσα από τις συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Συρία όσο και μέσα από τις παρεμβάσεις σε δυτικά κράτη και θεσμούς χρησιμοποιώντας υβριδικά μέσα (κυβερνοεπιθέσεις, πληροφοριακές και ψυχολογικές επιχειρήσεις). Χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αντίστοιχες μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν από τους Ρώσους και στην ΠΓΔΜ (ιδίως στο δημοψήφισμα).

Οι συστημικές πιέσεις, ωστόσο δεν δένουν τελείως τα χέρια της Ελλάδος, απλώς περιορίζουν κατά πολύ τις κινήσεις της. Η Αθήνα σε αυτό το σημείο μπορεί και οφείλει να διεκδικήσει τα μέγιστα οφέλη μέσα από αυτήν την συμφωνία. Αυτό μπορεί να γίνει εφικτό μέσα από την πολιτική εξασφάλιση ενός αξιόλογου μέρους των επενδύσεων που θα χρειαστεί η ΠΓΔΜ στην νέα Ευρωπαϊκή της πορεία. Παράλληλα θα πρέπει να είναι κύριο μέλημα της ελληνικής μεριάς η διατήρηση των συμφωνηθέντων και η διασφάλιση της σταθερότητας. Ένας σημαντικός τρόπος που τον ελληνικό κράτος μπορεί να διασφαλίσει την ασφάλεια στην περιοχή είναι μέσα από τη χρήση ενός συνδυασμού ήπιας και σκληρής ισχύος (έξυπνη ισχύς). Ένα παράδειγμα για την επίτευξη αυτού θα ήταν η δημιουργία ελληνικών πανεπιστημίων στη ΠΓΔΜ. Το όφελος από μια τέτοια κίνηση θα ήταν πολλαπλό καθώς θα ανέπτυσσε την σχέσεις μας με την γείτονα χώρα, αντιμετωπίζοντας τον αναθεωρητισμό στην ρίζα του (παιδεία) και παράλληλα εξασφαλίζοντας στο κράτος μας οικονομικά οφέλη. Ωστόσο η ρεαλιστικότητα μια τέτοιας στρατηγικής είναι το ελάχιστο αμφισβητήσιμη. Τέλος η Ελλάδα πρέπει να επαναφέρει το στάτους της ως συστημικός σταθεροποιητής, τόσο σε διμερές όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Σε αυτό το σημείο η ελληνική εξωτερική πολιτική φαίνεται παγιδευμένη, ωστόσο υπάρχουν ακόμη περιθώρια για να βγει κερδισμένη σε αυτή την κατά τ’ άλλα αρνητική συγκυρία.

 

Του Γιάννη Κουτούδη

 

Αρέσει σε %d bloggers: