Αναλύοντας την οικονομική πορεία της Γερμανίας το 2019

Το παρακάτω κείμενο έχει ως σκοπό την ανάλυση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος της Γερμανίας για το έτος 2019. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της ανάλυσης του εθνικού μεταρρυθμιστικού σχεδίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η κατάθεση των εθνικών μεταρρυθμιστικών σχεδίων γίνεται από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για την εξέταση και έγκριση τους κάθε χρόνο τον Απρίλιο και είναι μέρος μιας διαδικασίας που ονομάζεται Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, η οποία έχει ως στόχο τη μακροοικονομική σταθερότητα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτή συμμετέχουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο της ΕΕ, μέσω της κατάθεσης προτάσεων για μεταρρυθμίσεις σε κάθε κράτος μέλος καθώς και της έγκρισης αυτών των μεταρρυθμίσεων οι οποίες περιλαμβάνονται στο μεταρρυθμιστικό σχέδιο κάθε κράτους, και φυσικά τα κράτη μέλη, τα οποία λαμβάνοντας υπόψιν τις συστάσεις των Ευρωπαϊκων θεσμών, καταθέτουν το εθνικό μεταρρυθμιστικό τους σχέδιο. Η Γερμανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση (Bundesregierung) έχει θέσει ώς υπέυθυνο για τη σύνταξη του σχεδίου αυτού το Υπουργείο Οικονομικών και Ενέργειας (Bundesministerium für Wirtschaft und Energie). Αρχικά, θα πραγματοποιηθεί μια εισαγωγική αναφορά στην κατάσταση της γερμανικής οικονομίας κατά την περίοδο σύνταξης του μεταρρυθμιστικού σχεδίου, από τον Ιανουαρίου του 2019 μέχρι και τον Απριλίου του ίδιου έτους όπου και κατατέθηκε το πρόγραμμα για έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στη συνέχεια, η ανάλυση θα επικεντρωθεί στα συγκεκριμένα μέτρα που προτείνονται από την γερμανική κυβέρνηση για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί από την ίδια σε συννενόηση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς και στη στρατηγική «Ευρώπη 2020», που στοχεύει στην έξυπνη, αειφόρο και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη στην Ευρώπη. Τέλος, θα παρουσιαστούν τα συμπεράσματα του συγγραφέα όπως αυτά προκύπτουν από την ανάλυση του μεταρρυθμιστικού σχεδίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. 

1. Μακροοικονομικό πλαίσιο και πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών 

   1.1 Μακροοικονομικό πλαίσιο

 Η ανάλυση του εθνικού μεταρρυθμιστικού σχεδίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ξεκινάει με την περιγραφή του μακροοικονομικού πλαισίου. Σε αυτό περιλαμβάνονται πληροφορίες για την πορεία της γερμανικής οικονομίας μέχρι και την περίοδο σύνταξης του εθνικού μεταρρυθμιστικού σχεδίου αλλά αφορούν κυρίως το έτος 2018 καθώς και προβλέψεις για την κίνηση συγκεκριμένων μακροοικονομικών μεγεθών για το έτος 2019. Η ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας με ρυθμό 1,4% για το έτος 2018 προβλέπεται ότι θα αντικατασταθεί για το έτος 2019, όπου ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ υπολογίζεται κοντά στο 1,0 %, σύμφωνα με την επίσημη πρόβλεψη της γερμανικής κυβέρνησης (Bundesregierung) στις 30 Ιανουαρίου 2019. Αυτή η πιο συντηρητική πρόβλεψη έγκειται πιθανώς στο όλο και πιο ασταθές παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον και στην εξάρτηση της Γερμανίας στο ελεύθερο διεθνές εμπόριο, το οποίο κλονίζεται τα τελευταία χρόνια λόγω της διαμάχης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας για εμπορικά θέματα με τις επιβολές δασμών του ενός μέρους στο άλλο.  

 

   Σημαντική είναι επίσης η αναφορά στη συμφωνία συνασπισμού μεταξύ της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης και της Χριστιανοκοινωνιστικής Ένωσης (CDU-CSU) και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD) για το σχηματισμό κυβέρνησης στη Γερμανία. Αυτή προβλέπει μεταρρυθμίσεις όπως ανακούφιση για τους πολίτες σε ατομικό επίπεδο και περαιτέρω αύξηση των κρατικών δαπανών για κατανάλωση και επενδύσεις. Έτσι, το πλεόνασμα στα έσοδα-έξοδα το οποίο διατηρεί η γερμανική κυβέρνηση προβλέπεται να μειωθεί κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες. Όπως υποστηρίζεται, αυτό το μέτρο θα τονώσει τη γερμανική οικονομία κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αβεβαιότητας στο εξωτερικό περιβάλλον. Σύμφωνα με στατιστικά δεδομένα, το ποσοστό κυβερνητικών δαπανών ως προς το ΑΕΠ υπολογίζεται να αυξηθεί από 44.57% το 2018 στο 45.24% για το 2019, αύξηση που αποτελεί τη μεγαλύτερη των τελευταίων 6 ετών.  Αυτό σημαίνει ότι η γερμανική κυβέρνηση θα προχωρήσει σε αυτό που δίσταζε όλα αυτά τα χρόνια, δηλαδή στην αύξηση των δαπανών. Η αγορά εργασίας μεγενθύνεται σταθερά από το 2005 και αυτό δεν αυτό δεν θα σταματήσει το 2019 σύμφωνα με τη γερμανική κυβέρνηση, η οποία ωστόσο αναφέρει την πιθανότητα μικρότερης μείωσης της ανεργίας λόγω και του συνεχώς μικρότερου ποσοστού της.

 

Το επίπεδο των συνολικών ακαθάριστων μισθών (Total Gross Wages) ανά υπάλληλο υπολογίζεται να αυξηθεί κατά 4,2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ αυτό των συνολικών καθαρών μισθών (Total Net Wages) κατά 4,8 ποσοστιαίες μονάδες, λόγω των φοροαπαλλαγών που έλαβαν μέρος στις αρχές του έτους. Η Συμφωνία Συνασπισμού μεταξύ των δύο κυβερνώντων παρατάξεων της Γερμανίας επίσης προβλέπει την αύξηση των κοινωνικών παροχών κατά 4,5%. Έτσι, παρατηρείται η όλο και πιο επιθετική τακτική αύξησης των κοινωνικών δαπανών της γερμανικής κυβέρνησης για το 2019, που όπως αναφέρεται θα οδηγήσει στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, η οποία με την σειρά της θα τονώσει τη συμπεριφορά των καταναλωτών αλλά και την κτηματομεσητική αγορά της Γερμανίας. Συμπερασματικά, όσο παρατηρείται ταχύτερη αύξηση των ονομαστικών επενδύσεων από την αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, τόσο θα αυξάνεται ο δείκτης επενδύσεων για το 2019. 

   Εκτενής είναι η αναφορά και στην παγκόσμια οικονομική κατάσταση με ειδικό βάρος στα σημάδια της περαιτέρω μείωσης του ρυθμού ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και στο διεθνές εμπόριο. Συγκεκριμένα, τονίζεται πως οι εισαγωγές στη Γερμανία θα έχουν πιο γρήγορο ρυθμό  αύξησης από τις γερμανικές εξαγωγές για το 2019, όπως συνέβη και στα τέσσερα προηγούμενα έτη, όπου το γερμανικό πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών χάνει σημαντικό έδαφος, ωστόσο παραμένει αρκετά υψηλό. Εδώ κρίνεται απαραίτητη η αναφορά στη Μακροοικονομική Διαδικασία Ανισορροπίας (Macroeconomic Imbalance Procedure) η οποία τοποθέτησε για το έτος 2018 τη Γερμανία μαζί με τις άλλες χώρες που χρειάζονται ανασκόπηση σε βάθος (In-Depth Review), γεγονός που φανερώνει την ανησυχία των ευρωπαϊκών θεσμών για το συγκεκριμένο θέμα. Η απάντηση της γερμανικής πλευράς στο συγκεκριμένο ζήτημα έγκεται στο ότι η σταθερή μείωση του πλεονάσματος των τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ελεγχόμενη. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζεται, η μείωση αυτή στηρίζεται σε παράγοντες που μπορούν να επηρεαστούν μόνο με έμμεσο τρόπο ή και καθόλου από μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης. Ως πιο σημαντικούς εξωτερικούς κινδύνους το σχέδιο ονομάζει αυτόν της αύξησης του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο, ασκώντας έμμεση κριτική στην εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, κυρίως από το 2016 και μετά με την έλευση της νέας κυβέρνησης αλλά και στην έξοδο του Ηνωμένου Βασίλειου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τη γερμανική κυβέρνηση, η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ (το σχέδιο αποχώρησης προβλέπει την ημερομηνία 31.12.2020), μπορεί να προκαλέσει μία σημαντική κυκλική επιβράδυνση στη βρετανική οικονομία η οποία ενδέχεται να βλάψει όχι μόνο τις γερμανικές εξαγωγές προς το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και ολόκληρη την ανάπτυξη στην Ευρώπη. 

  1.2 Το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών  

   Στη συνέχεια και λόγω της τοποθέτησης της Γερμανίας στη λίστα με τα κράτη μέλη της ΕΕ που χρειάζονται βαθύτερη διερεύνηση για μακροοικονομικές ανισορροπίες, αφιερώνεται ένα κομμάτι στην εξήγηση των λόγων για το αρκετά υψηλό πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Πιο συγκεκριμένα, το πλεόνασμα έφτασε στη 

μεγαλύτερη του τιμή το 2015 (8,9%) και από τότε συνεχίζει να μειώνεται μέχρι και σήμερα (υπολογίζεται ότι θα φθάσει το 7,3%). Σύμφωνα με την μακροοικονομική θεωρία, πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών που ξεπερνούν το 6% για ένα διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών θεωρούνται πιθανοί δείκτες μακροοικονομικής αστάθειας. Αυτό συμβαίνει συνήθως λόγω πολιτικών προστατευτισμού ή νομισματικής χειραγώγησης. Στην περίπτωση ωστόσο της Γερμανίας, τέτοιες πολιτικές είναι αδύνατο να εφαρμοστούν, αφού αποκλειστική αρμοδιότητα για τη νομισματική πολιτική της Γερμανίας και του σύνολο της ΕΕ έχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ECB), ενώ ή εμπορική πολιτική της Γερμανίας είναι σύμφωνη με τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (WTO). Έτσι, η γερμανική κυβέρνηση οδηγείται στο συμπέρασμα ότι τα υψηλά πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών είναι αποτέλεσμα διαδικασιών της αγοράς και δεν οφείλονται σε κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις ή κυβερνητική χειραγώγιση. Τέλος, τονίζεται πως η γερμανική κυβένηση θα συνεχίσει να παρακολουθεί με έντονο τρόπο τις εξελίξεις στο συγκεριμένο ζήτημα, ωστόσο είναι εμφανής η δυσαρέσκεια της γερμανικής πλευράς για την συμπεριλίψη της στη λίστα με τις χώρες «υπό βαθύτερη διερεύνηση» για το συγκεκριμένο ζήτημα, αφού όπως η ίδια υποστηρίζει δεν απαιτούνται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις και πως το συγκεκριμένο υπέρ-πλεόνασμα είναι αποτέλεσμα μιας συνηθισμένης διαδικασίας της αγοράς. 

2. Δράσεις για την αντιμετώπιση των πρωτογενών μακροοικονομικών προκλήσεων 

   Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας περιγράφεται από υγιή οικονομική ανάπτυξη σε έναν κόσμο γεμάτο προκλήσεις. Ωστόσο, τονίζεται στην αναφορά της χώρας για το 2019 (Country Report) πως περισσότερες επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές χρειάζονται να αναπτυχθούν για να οχυρώσουν τη γερμανική οικονομία εναντίον πιθανών μελλοντικών κινδύνων. Συγκεκριμένα, περισσότερες επενδύσεις χρειάζονται στον τομέα των υποδομών (μεταφορές, ενέργεια) στη ψηφιοποίηση (ευρυζωνική ανάπτυξη) και στην εκπαίδευση. 

  

2.1.1 Αύξηση επενδύσεων σε όλα τα κυβερνητικά επίπεδα

Το δημόσιο χρέος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας συνεχίσει να μειώνεται σταθερά από το 2013 και σύμφωνα με προβλέψεις της κυβέρνησης, θα περάσει το κατώφλι του 60%, δηλαδή την αναλογία 60% ως προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (Debt-To-GDP Ratio) (Maastricht threshold of 60%).  Αυτό το αποτέλεσμα έχει στηριχθεί αρχικά από τις καλές οικονομικές επιδόσεις της γερμανικής οικονομίας αλλά και από το ευνοϊκό περιβάλλον επιτκοκίων που επικρατεί.  

Ταυτόχρονα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η γερμανική κυβέρνηση στοχεύει στην αύξηση των δημοσίων δαπανών για τις επενδύσεις τα επόμενα χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, τα συνολικά έξοδα για τις επενδύσεις υπολογίζεται ότι θα αυξηθούν κατά 34,5 δισεκατομμύρια ευρώ την περίοδο 2018-2021 (από 121.7 δισεκατομμύρια ευρώ την περίοδο 2014-2017 σε 156,2 δισεκατομμύρια ευρώ). Επιπλέον, ένα σημαντικό μέτρο είναι και τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ που θα διατεθούν στα κρατίδια (Länder) για επενδύσεις ως αποτέλεσμα των εισπράξεων του φόρου προστιθέμενης αξίας από το 2020. Επιπλέον, γίνεται αναφορά στο πρόβλημα της ανισότητας των οικονομικών αποδόσεων βορρά και νότου. Για την άμβλυνση δομικών αδυναμιών συγκεκριμένων περιοχών της Γερμανίας, η κυβέρνηση στοχεύει σε ένα εθνικό σύστημα χρηματοδότησης περιοχών σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την οικονομική απόδοση.  Η γερμανική κυβέρνηση επίσης σχεδιάζει την ελάφρυνση των εξόδων των κρατιδίων (Länder) κατά επιπλέον 29 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι και το 2022 αναλαμβάνοντας τα έξοδα για δραστηριότητες που εώς τώρα χρηματοδοτούνταν από τα κρατίδια. Επιπροσθέτως, από το 2019 τελειώνει και η εισφορά της επανένωσης της Γερμανίας για τα κρατίδια, κάτι που θα απελευθερώσει επιπλέον 2,2 δισεκατομμύρια ευρώ διαθέσιμα για επενδύσεις. 

2.1.2 Επενδύσεις σε εκπαίδευση, έρευνα και καινοτομία 

Σύμφωνα με τη γερμανική κυβέρνηση, στο μέλλον αναμένεται μεγάλη ανάγκη κυψελών μπαταριών οι οποίες θα χρησιμοποιούνται ως μονάδες αποθήκευσης ενέργειας για ποικίλες εφαρμογές, κυρίως ωστόσο για τα ηλεκτρικά οχήματα. Γι’αυτό και η γερμανική κυβέρνηση υπόσχεται την υποστήριξη της μαζικής παραγωγής κυψελών μπαταρίας μέσω χρηματοδότησης συγκεκριμένων προσπαθειών. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Γερμανία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αγορές ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην Ευρώπη αλλά και σε όλο τον κόσμο. Επιπλέον, η κυβέρνηση έχει ξεκινήσει το το πρόγραμμα «Στρατηγική για τη τεχνητή νοημοσύνη» που στοχεύει να μετατρέψει τη Γερμανία αλλά και την Ευρώπη σε ηγέτες στην ανάπτυξη των τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης μέσω την προώθησης της υπεύθυνης και για το καλό της κοινωνίας εφαρμογής της τεχνητής νοημοσύνης. Τονίζεται πως για το 2019 θα διατεθούν 500 εκατομμύρια ευρώ ως πρώτο βήμα για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης στη Γερμανία, κάτι που θα συνεχιστεί με μέχρι και το 2025, φτάνοντας συνολικά τη διάθεση 3 δισεκατομμυρίων ευρώ. Μέχρι τώρα η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει περισσότερες από 100 προωθητικές πρωτοβουλίες, προγράμματα και συνεργασίες για τη τεχνητή νοημοσύνη και όπως τονίζεται, πενήντα ακόμη μέτρα για τη τεχνητή νοημοσύνη είναι υπό σχεδιασμό.  

 

2.2. Ιδιωτικές επενδύσεις και ανταγωνισμός

2.2.1 Προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων

    Η Γερμανική κυβέρνηση με στόχο την προώθηση δημιουργίας νέων επιχείρησεων ξεκινάει την «Καμπάνια για της νεοφυείς επιχειρήσεις» μέσω της οποίας αυξάνεται η χρηματοδότηση για της νεοφυείες επιχερήσεις για το έτος 2019. Ωστόσο σημαντική θεωρείται η καλλιέργεια ενός ελκυστικού περιβάλλοντος χρηματοδότησης επιχειρήσεων. Όπως υποστηρίζεται ο τομέας του venture capital (επιχειρηματικά κεφάλαια) έχει υποστεί μεγάλη πρόοδο, ωστόσο δεν έχει αναπτυχθεί τόσο πολύ σε αυτό το τομέα η μορφή χρηματοδότησης δανείων επιχειρηματικών συμμετοχών (venture debt financing format) το οποίο προσφέρεται από εμπορικές τράπεζες κυρίως για νεουφείες επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης. Σύμφωνα με το περιοδικό Forbes, στη λίστα με τις 100 πιο καινοτόμες νεοφυείες επιχερήσεις στη Γερμανία, μισές από αυτές βρίσκονται στην στο Βερολίνο και προέρχονται από ποικίλους τομείς όπως τεχνολογία, IoT (Internet of Things) ή FinTech (Financial Tech).  Σχετικά με το φορολογικό και ρυθμιστικό πλαίσιο στη Γερμανία, υποστηρίζεται πως για τη διατήρηση ενός ελκυστικού φορολογικού πλαισίου σε συνδυασμό με τη διατήρηση κοινωνικών παροχών και κοινωνικής προστασίας, η γερμανική κυβέρνηση σκοπεύει να κρατήσει τις δαπάνες για την κοινωνική ασφάλιση κάτω από το 40% επί του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. 

    Επιπλέον, με σκοπό τη μείωση της γραφειοκρατίας και της απλούστευσης του ρυθμιστικού περιβάλλοντος της Γερμανίας, η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε διευκολύνσεις στη νομοθεσία για την κοινωνική ασφάλιση, στη στατιστική των επιχειρήσεων, στο νόμο για το σχεδιασμό και την αδειοδότηση στο τομέα των μεταφορών και στο φόρο για τον κύκλο εργασιών κατά την εισαγωγή (import turnover tax). Επίσης, μέσω της «Πράξης για τη μείωση της γραφειοκρατίας» θα αποφεύγεται η διπλή δήλωση της αστικής ευθύνης  των εργοδοτών καθώς και άλλες απλουστεύσεις στις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων. Τέλος, για την πάταξη της φοροαποφυγής, η κυβέρνηση εργάζεται για να κάνειτο φορολογικό σύστημα πιο διαφανές και αποτελεσματικό και ακολουθώντας τη οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχεδιάζει ένα σχέδιο νόμου για την υποχρεωτική αναφορά διασυνοριακών φορολογικών ρυθμίσεων.

2.2.2 Διαμόρφωση ανταγωνισμού σε ένα ψηφιακό κόσμο 

Η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει τη ψηφιακή μεταστροφή και για αυτό το λόγο μετά από και από οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EU Directive), έχει ετοιμάσει την δέκατη τροπολογία για την καταπολέμηση των περιορισμών του ανταγωνισμού μέσω του εκσυγχρονισμού της διαδικασίας ελέγχου καταχρηστικών πρακτικών. Επιπλέον, μέσω και της πρωτοβουλίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Στρατηγική για την  «Κοινή Ψηφιακή Αγορά» (Digital Single Market Strategy), η κυβέρνηση στοχεύει στη βελτίωση της διαδικτυακής πρόσβασης ατόμων και επιχειρήσεων σε αγαθά και υπηρεσίες σε όλη την Ευρώπη. Μέσω της «Ρύθμισης της Φορητότητας» (Portability Regulation) από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι πολίτες της ΕΕ θα έχουν πλέον πρόσβαση στις διαδικτυακές τους συνδρομές (για ταινίες, αθλητισμό κλπ.) κατά τη διάρκεια της παραμονής τους σε άλλο κράτος μέλος της Ένωσης, κάτι που δεν ήταν δυνατό πριν λόγω γεωγραφικού αποκλεισμού (Geoblocking). 

2.3 Αύξηση κινήτρων για κερδοφόρες δραστηριότητες

2.3.1 Αύξηση της συμμετοχής του εργατικού δυναμικού 

Στη Γερμανία για το προηγούμενο έτος (2018), περισσότεροι από 44,8 εκατομμύρια εργαζόμενοι πήραν μέρος σε αμειβόμενη εργασία. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση Εργασίας (International Labor Organisation), η ανεργία για τις ηλικίες 15-74 ήταν μόλις στο 3,4% για το 2018. Το μόνο κράτος μέλος που είχε χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας είναι αυτό της Δημοκρατίας της Τσεχίας, με μόλις 2,2%. Επιπλέον, η εργασία των γυναικών στη Γερμανία έχει βελτιωθεί σημαντικά. Υπολογίζεται ότι 18,4 εκατομμύρια γυναίκες, ηλικίας από 20 εώς 64 ετών εργάζονταν στη Γερμανία το 2017, κάνοντας την την τρίτη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τη γυναικεία εργασία, πίσω μόνο από τη Σουηδία και τη Λιθουανία. Ωστόσο, το 47% αυτών τω γυναικών εργαζόταν με μερική απασχόληση. 

2.3.2 Μείωση φορολογικών επιβαρύνσεων για φορολογούμενους 

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η γερμανική κυβέρνηση, για να διατηρήσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο κοινωνικών παροχών σε συνδυασμό με μια ανταγωνιστική Γερμανία, θα κρατήσει τις δαπάνες για τις κοινωνική ασφάλιση κάτω από το 40% επί του ΑΕΠ, κάτι που σημαίνει πως δεν θα υπάρχουν περαιτέρω επιβαρύνσεις για τους φορολογούμενους. Επιπλέον, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ελαφρύνσεις αξίας 8 δισεκατομμυρίων ευρώ από την κυβέρνηση για αυτούς που συνεισφέρουν στο θεσπισμένο σύστημα υγείας. Επιπρόσθετα, μέσω νέας νομοθεσίας στο θεσπισμένο σύστημα ασφάλισης συνταξιοδότησης, εισάγονται διπλές παράμετροι ασφάλειας για τη διατήρηση του επιπέδου των συντάξεων στο 48% και του ποσοστού εισφοράς στο ανώτατο όριο του 20% μέχρι και το 2025.  

2.3.3 Δημιουργία κινήτρων για μακρύτερη επαγγελματική ζωή και αύξηση μισθών και βελτίωση των επιπέδων εκπαίδευσης και δεξιοτήτων

Στη Γερμανία παρατηρείται το αυξανόμενο κίνητρο των πολιτών να συνταξιοδοτούνται σε μεγαλύτερη ηλικία. Πιο συγκεκριμένα, το ποσοστό εργασίας για τις ηλικίες 60 εώς 64 βρίσκοταν στο 32,8% το 2007, ενώ το 2017 έφτασε το 58,4%. Επίσης, ίδια πρόοδο συναντάται και στην ηλικιακή ομάδα 70-74 ετών, με αύξηση του ποσοστού εργασίας από 3,1% το 2007 στο 7,1% το 2017. Ωστόσο, λόγω των δημογραφικών αλλαγών που παρατηρούνται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με μόλις 1,50 γεννήσεις ανά γυναίκα (2016) σε αντίθεση με 1,80 γεννήσεις ανά γυναίκα στο Ηνωμένο Βασίλειο και 1,96 γεννήσεις ανά γυναίκα στη Γαλλία και με το 28% του πληθυσμού άνω των 60 ετών να υπολογίζεται ότι θα φτάσει στο 37,6% το 2050, κρίνεται απαραίτητη η αύξηση των κινήτρων για μακρύτερη εργασία, κάτι που θα εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος. Η κυβέρνηση επισημαίνει πως η αύξησης του ορίου συνταξιοδότησης στα 67 έτη ήταν αποτελεσματικό μέτρο. Επιπλέον, για να πετύχει την αύξηση των κινήτρων για μακρύτερο εργασιακό βίο, η κυβέρνηση ανακοινώνει μία νέα στρατηγική, την «Εθνική Στρατηγική για τη Συνέχιση της Εκπαίδευσης», χρηματοδοτώντας τους επαγγελματίες που θα θελήσουν να δεχθούν εκπαίδευση για αύξηση των επαγγελματικών τους δεξιοτήτων τους τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε επίπεδο κρατιδίων (Länder). Ιδιαίτερη σημασία δίνεται από τη γερμανική κυβέρνηση στην περαιτέρω εξειδίκευση του γερμανικού πληθυσμού μέσω της απόκτησης νέων επαγγελματικών δεξιοτήτων κατά τη διάρκεια της ψηφιακής μεταστροφής. Από τον Αύγουστο του 2016 και μέσω της «Πράξης για την Περαιτέρω Επαγγελματική Κατάρτιση και Κάλυψη από την Ασφάλιση Ανεργίας» στοχεύεται η πρόσβαση των εργαζόμενων με λίγες δεξιότητες καθώς και των μακροχρόνια ανέργων σε περαιτέρω εκπαίδευση που οδηγεί στην απόκτηση επαγγελματικών προσόντων. Επίσης, κορυφαίου επιπέδου σημασίας για τη γερμανική κυβέρνηση και τις κυβερνήσεις των κρατιδίων (Länder) είναι η βελτίωση των εργασιακών ευκαιριών για νέους πολίτες.  

   Για την αύξηση των μισθών και κατά επέκταση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, η κυβέρνηση μέσω του ψηφίσματος για την προσαρμογή του κατώτατου μισθού, πέτυχε την αύξηση του γενικού επιπέδου του κατώτατου μισθού στα 9,19 ευρώ ανά ώρα, με ισχύ από τις αρχές του έτους 2019.  Συνολικά, όπως προαναφέρθηκε, οι συνολικές καθαρές αποδοχές για τους Γερμανούς πολίτες αναμένονται να αυξηθούν κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες το 2019. Επιπλέον, η γερμανική κυβέρνηση, σεβόμενη των δικαιωμάτων των ανθρώπων με αναπηρία, επενδύει 80 εκατομμύρια ευρώ για τη στήριξη πρωτοβουλιών και προγραμμάτων για ένταξη στην εργασία ατόμων με σοβαρές αναπηρίες, καθώς και 150 εκατομμύρια ευρώ για τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας και τόπων εκπαίδευσης σε κοινωνικές εταιρείες για άτομα με αναπηρία. 

3. «Ευρώπη 2020»: πρόοδος μέχρι σήμερα και μεταρρυθμίσεις

Η στρατηγική «Ευρώπη 2020» ξεκίνησε το 2010 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Είναι μια στρατηγική που στοχεύει στην έξυπνη, βιώσιμη ανάπτυξη για όλους μέχρι και το 2020 και απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βασικές προτεραιότητες της στρατηγικής είναι α) να εργάζεται το 75% του πληθυσμού μεταξύ των ηλικιών 20 εώς 64 β) 3% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επενδύεται στην έρευνα και την ανάπτυξη γ) να πετύχουν τα κράτη μέλη τους στόχους για το κλίμα και την ενέργεια καθώς και τη μείωση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου δ) το ποσοστό αυτών που αφήνουν νωρίς το σχολείο να είναι κάτω από το 10% και τουλάχιστον το 40% του νεανικού πληθυσμού να έχει ένα τριτογενές πτυχίο και ε) 20 εκατομμύρια λιγότεροι άνθρωποι πρέπει να βρίσκονται στο όριο της φτώχειας. 

  H γερμανική κυβέρνηση, όπως αναφέρεται στο εθνικό μεταρρυθμιστικό της σχέδιο, είναι αφοσιώμενη στην επίτευξη των πέντε βασικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Επιπλέον, αναφέρεται και η συνεισφορά του Ευρωπαϊκού Δομικού και Επενδυτικού Ταμείου (ESIFs) το οποίο ενίσχυσε την εφαμοργή των μεταρρυθμίσεων για την επίτευξη των πέντε βασικών στόχων του προγράμματος, κυρίως στο επίπεδο των κρατιδίων της Γερμανίας (Länder). 

    Η Γερμανία έχει προοδεύσει σημαντικά στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Οι εργαζόμενοι μεταξύ των ηλικιών 20-64 είναι παραπάνω από το επιθυμητό 74%, ενώ το 2017 ο προϋπολογισμός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περιελάμβανε παραπάνω από το επιθυμητό 3% του ΑΕΠ για έρευνα και ανάπτυξη (R&D). 

3.1 Προώθηση της απασχόλησης και βελτίωση των συνθηκών καινοτομίας και έρευνας

   Όλοι οι στόχοι του προγράμματος «Ευρώπη 2020» σε σχέση με την αγορά εργασίας έχουν επιτευχθεί με επιτυχία από την πλευρά της Γερμανίας. Πιο συγκεκριμένα, η απασχόληση μεταξύ των ηλικιών 20-64 ξεπέρασε το 80,2% για το τρίτο τρίμηνο του 2018, αφήνοντας πολύ πίσω τον ευρωπαϊκό στόχο του 75%. Επιπλέον, τα ποσοστά απασχόλησης των εργαζόμενων μεγαλύτερης ηλικίας (από 55 εώς 64 ετών) και απασχόλησης των γυναικών ξεπέρασαν και τα δύο τους ευρωπαϊκούς στόχους, φτάνοντας στο 71,7% και 75,9% διαδοχικά.  

   Για την αύξηση της συμμετοχής του εργατικού δυναμικού στην αγορά εργασίας, η γερμανική κυβέρνηση έχουν δημιουργηθεί περισσότερα από 400.000 μέρη για παιδική μέριμνα τα τελευταία δέκα χρόνια. Μέχρι και το 2020 θα διατεθούν επιπλέον 1 δισεκατομμύριο ευρώ για τη δημιουργία ακόμη 100.000 τέτοιων τοποθεσιών. Επιπλέον, η κυβέρνηση προσφέρει περισσότερα 845 εκατομμύρια ευρώ σε ετήσια βάση για την εξασφάλιση του κόστους λειτουργίας των εγκαταστάσεων παιδικής μέριμνας. 

   Η καινοτομία και έρευνα παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο και για τη δημιουργία ασφαλών θέσεων εργασίας με μακροχρόνια ευημερία αλλά και για τον σχηματισμό μιας βιώσιμης οικονομίας. Έτσι, το 2017 το ποσοστό δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη (Research and Development) επί του ΑΕΠ έφτασε το 3,02%, εκ του οποίου η πλειψηφία αποτελείται από δράσεις του ιδιωτικού τομέα (2/3) καθώς και του κρατικού (1/3). 

3.2  Δράσεις για τη μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, την αύξηση της ανανεώσιμης ενέργειας και της ενεργειακής απόδοσης καθώς και την επίτευξη βιώσιμης κινητικότητας  

Η κλιματική αλλαγή αποτελεί μία παγκόσμια απειλή. Η Γερμανία, όπως αναφέρει η γερμανική κυβέρνηση, ως κράτος ηγέτης στη βιομηχανική παραγωγή, έχει ειδική ευθύνη στο ζήτημα.  , Οι στόχοι της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» βρίσκονται στο επίκεντρο της ατζέντας της γερμανικής κυβέρνησης αλλά το συγκεκριμένο ζήτημα βρίσκεται πολύ ψηλά και στα θέματα που αφορούν περισσότερο την κοινή γνώμη του γερμανικού πληθυσμού. 

3.2.1 Επίτευξη κλιματικών στόχων

   Η ενεργειακή και κλιματική πολιτική είναι ένα από τα βασικότερα ζητήματα που αφορούν τη γερμανική κυβέρνηση. Το πρόγραμμα Δράση για το Κλίμα 2020 (έχει πλέον αντικατασταθεί από το πρόγραμμα Δράση για το Κλίμα 2030) ξεκίνησε το 2014 με στόχο την μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 40%. Ωστόσο, ο στόχος αυτός δεν έχει ακόμη επιτευχθεί και υπολογίζεται πως αυτό δεν θα συμβεί ούτε μέχρι και το 2020. Πιο συγκεκριμένα, οι υπολογισμοί της γερμανικής κυβέρνησης κάνουν λόγο για μείωση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου κατά 32% από το 1990 μέχρι και το 2020. Όπως τονίζεται, οι λόγοι για την αποτυχία επίτευξης του στόχου έγκεινται στη τεράστια αύξηση των εκπομπών κυρίως από το τομέα των μεταφορών καθώς και στις υπερβολικές απαιτήσεις του προγράμματος Δράση για το Κλίμα του 2014. Έτσι, μέσω της αφομοίωσης νέων προγραμμάτων (Δράση για το Κλίμα 2030) κατά τη διάρκεια του έτους 2019, η γερμανική κυβέρνηση στοχεύει στην συνολική μείωση του επιπέδου εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου κατά 55% από αυτό του 1990 μέχρι και το έτος 2030. Για το λόγο αυτό, η κυβέρνηση έχει ιδρύσει μία επιτροπή για τη «Δράση για το Κλίμα», με σκοπό την επίτευξη των στόχων μέχρι και το τέλος της δεκαετίας 2020-2030. 

   3.2.2. Ανανεώσιμη ενέργεια

   Η γερμανική κυβέρνηση έχει ήδη προοδεύσει στη σταδιακή μετατροπή του συστήματος παροχής ενέργειας από ένα σύστημα που βασιζόταν κυρίως στα ορυκτά καύσιμα και πυρηνική ενέργεια σε ένα που βασίζεται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η περαιτέρω επέκταση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αποτελεί και βασικό στοιχείο της Συμφωνίας Συνασπισμού των κυβερνώντων παρατάξεων. Στόχος της γερμανικής κυβέρνησης είναι να βελτιώσει τον συγχρονισμό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την ικανότητα του δικτύου καθώς και να αυξήσει το ποσοστό ανανεώσιμης ενέργειας στον τομέα του ηλεκτρισμού έτσι ώστε να πετύχει το στόχο του 65% μέχρι και το 2030, όπως αυτός τέθηκε στη Συμφωνία Συνασπισμού. 

3.2.3 Ενεργειακή αποδοτικότητα 

   Η ενεργειακή αποδοτικότητα είναι σημαντική όχι μόνο για τη μείωση της καύσης ορυκτών καυσίμων αλλά και για την επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας. Έτσι η γερμανική κυβέρνηση στοχεύει σε μια στρατηγική για ενεργειακή αποδοτικότητα και μείωση της ανάγκης για ενέργεια, κυρίως από τους τομείς του ηλεκτρισμού, των μεταφορών και των κατασκευών. Σύμφωνα με υπολογισμούς, η κατανάλωση ενέργειας συνάντησε πτώση το 2018 για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια, φτάνοντας έτσι στο χαμηλότερο επίπεδο από το έτος 1972. Ωστόσο, χρειάζονται ακόμη μεταρρυθμίσεις για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» και της γερμανικής κυβέρνησης. Κυριότερος στόχος μέχρι το 2020 είναι η μείωση της κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας, δηλαδή της συνολικής ενεργειακής απαίτησης της Γερμανίας,  κατά 20%.

3.2.4 Επέκταση σύγχρονης και βιώσιμης κινητικότητας

Η μετατροπή της κινητικότητας σε πιο οικονομική, βιώσιμη αλλά και φιλική για το περιβάλλον είναι ένα όλο και πιο σημαντικό ζήτημα. Η γερμανική κυβέρνηση μέσω του προγράμματος «Το Μέλλον της Κινητικότητας» (Future of Mobility) στοχεύει σε δράσεις στα πλαίσια της προστασίας του κλίματος στο τομέα των μεταφορών, σε εναλλακτικά συστήματα οδήγησης και καυσίμων, στη ψηφιοποίηση, στις υποδομές και τα δίκτυα και στη τυποποίηση. Το κίνητρο για την αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων (μέσω του περιβαλλοντικού μπόνους) χρειάζεται άμεση τόνωση σύμφωνα με τη  γερμανική κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια του έτους 2018, η κυβέρνηση άλλαξε τη νομοθεσία για να αυξήσει το κίνητρο αγοράς ηλεκτρικών αυτοκινήτων, τόσο για ιδιώτες όσο και για επιχειρήσεις για χρήση ως επιχειρηματικό μέσο. 

3.3 Βελτίωση των επιπέδων εκπαίδευσης

   Η σωστή εκπαίδευση είναι πολύ σημαντική, διότι δίνει τη δυνατότητα κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής συμμετοχής. To εκπαιδευτικό σύστημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας οργανώνεται κατά κύριο λόγο από τα 16 κρατίδια (Länder) όπου καθένα από αυτά έχει τα δικά του ατομικά χαρακτηριστικά. Για αυτό το λόγο, η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση στηρίζει τις κυβερνήσεις των κρατιδίων καθώς και τους δήμους, χρηματοδοτώντας τις υποδομές της δημοτικής εκπαίδευσης. Επιπλέον, μέσω της ίδρυσης της «Επενδυτικής Καμπάνιας» η οποίας συνυπάρχει μαζί με το πρόγραμμα για τον «Εκσυγχρονισμό των Σχολικών Μονάδων, η κυβέρνηση υποστηρίζει τα κρατίδια, χρηματοδοτώντας τη ψηφιοποίηση των σχολείων καθώς και την επέκταση των ολοήμερων σχολείων και εγκαταστάσεων παιδικής φροντίδας. Συνολικά, η Γερμανία έχει πετύχει τους στόχους του προγράμματος «Ευρώπη 2020». Παρόλο που ο αριθμός των μαθητών που αφήνουν το σχολείο νωρίτερα καθώς και αυτός των μαθητών που αφήνουν την εκπαίδευση επαγγελματικών δεξιοτήτων ξεπερνούσε το 10% το 2017 μόνο για 0,1 ποσοστιαίες μονάδες (10,1%), ο αριθμός των ατόμων που λαμβάνουν τριτογενή πτυχία ξεπέρασε τον ευρωπαϊκό στόχο του 40% και τον εθνικό στόχο του 42%, αφού έφτασε το 48,8% το 2018.

3.3.1 Αύξηση των δαπανών για την εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα

   Η γερμανική κυβέρνηση σε συνεργασία με τα κρατίδια αλλά και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (μέσω ευρωπαϊκών πόρων) στηρίζουν την εκτενή χρηματοδότηση της εκπαίδευσης. Οι κρατικές δαπάνες για την εκπαίδευση το 2018 στη Γερμανία έφτασαν τα 139,2 δισεκατομμύρια ευρώ, καλύπτοντας το 20,1% του εθνικού προϋπολογισμού της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Μέχρι το 2025, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τα κρατίδια είναι έτοιμα να διαθέσουν επιπλέον δύο  δισεκατομμύρια ευρώ για την επέκταση ολοήμερων σχολικών υπηρεσίων και υπηρεσιών παιδικής φροντίδας. 

    Ιδιαίτερη σημασία δίνεται επίσης και στη χρηματοδότηση για τα επιδόματα ενοικίου κατά τη διάρκεια των σπουδών, κάτι που αυξάνει με επιτυχία το επίπεδο των αποφοιτήσεων. Η συνολική υποστήριξη για αυτό το σκοπό θα αυξηθεί κατά 17%, από 735 ευρώ σε 861 ευρώ ανά μήνα.  Επιπλέον, αύξηση θα δουν και οι φοιτητές που δεν διαμένουν μαζί με την οικογένεια τους, από 150 ευρώ ανά μήνα στα 325 ευρώ ανά μήνα (αύξηση 30%). Επιπλέον, τα δικαιώματα του συστήματος BaFöG, ενός συστήματος χρηματοδότησης των φοιτητών από οικογένειες με χαμηλό εισόδημα, θα αυξηθούν κατά 7% το 2019, 3% το 2020 και 6% το 2021. 

3.4 Προώθηση κοινωνικής συμμετοχής μέσω της μείωσης της φτώχειας

  Η ενσωμάτωση των μακροχρόνια ανέργων στην αγορά εργασίας αποτελεί κεντρική προτεραιότητα για τη γερμανική κυβέρνηση. Η Γερμανία έχει ξεπεράσει το στόχο που έθεσε η στρατηγική «Ευρώπη 2020» για τη μείωση των μακροχρόνια ανέργων κατά 20% σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο του 2008. Μέσω της υιοθέτησης της Πράξης για τη Συμπερίληψη (Inclusion Act), η γερμανική κυβέρνηση έχει ήδη θεσμοθετήσει ένα στιβαρό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης για να αντιμετωπίσηει τον κίνδυνο της φτώχειας. Αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες που είναι μακροχρόνια άνεργοι ή έχουν πολύ χαμηλό εισόδημα αλλά δέχονται τα επιδόματα που παρέχει η κυβέρνηση, προστατεύονται αποτελεσματικά από τη φτώχεια. 

   Για την αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας, η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει το πρόγραμμα «Δυνατές Οικογένειες» (Strong Families Act). Έτσι επιδόματα τέκνου για τις οικογένεις με χαμηλό εισόδημα θα αυξάνονται τακτικά, καλύποντας τις ανάγκες των παιδιών. Πέρα από τις αυξήσεις που θα γίνουν από τη γερμανική κυβέρνηση στο επίδομα τέκνου για το 2020, επιπρόσθετες δαπάνες της τάξεως του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ σχεδιάζονται να διατεθούν μέχρι και το 2021 για το συγκεκριμένο σκοπό. 

3.4.1 Βιώσιμες πόλεις, ελκυστικές περιοχές και οικονομική κατοικία

    Τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση στην αγορά κατοικίας της Γερμανίας έχει χειροτερέψει ακόμη περισσότερα από τα ήδη άσχημα επίπεδα στα οποία βρίσκοταν, κάτι που αναφέρεται και στην Αναφορά Χώρας (County Report) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Γερμανία. Έτσι, στόχος της γερμανικής κυβέρνησης είναι το χτίσιμο 1,5 εκατομμυρίων νέων οικιστικών μονάδων. Στο «Συνέδριο για τις Κατοικίες του 2018» (Housing Summit 2018), αποφασίστηκε ένα νέο πακέτο μέτρων για την ανακούφιση της αγοράς κατοικίας στη Γερμανία. Η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρέχει συνολικά 5 δισεκατομμύρια ευρώ για την κοινωνική κατοικία μέχρι το 2021. Επιπλέον, 2 δισεκατομμύρια ευρώ θα διατεθούν στα κρατίδια για το χτίσιμο νέων κατοικιών. Έτσι, υπολογίζεται ότι 100.000 νέες κατοικίες μπορούν να χτιστούν, ανακουφίζοντας σε μικρό βαθμό την κατάσταση στην αγορά κατοικίας.

    Τέλος, η αστική ανάπτυξη αποτελεί σημαντικό ζήτημα τόσο για τη γερμανική κυβέρνηση, όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αστικές περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν τις μηχανές τις ευρωπαϊκής οικονομίας, αφού καλύπτουν τα 2/3 του πληθυσμού της Ένωσης, το 80% της χρήσης της ενέργειας, ενώ παράγουν το 85% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της ΕΕ. Για το λόγο αυτό, η γερμανική κυβέρνηση προσφέρει χρηματοδοτική υποστήριξη στα κρατίδια (Länder) και στους δήμους για την αστική ανάπτυξη. Το 2018 μόνο διατέθηκαν 790 εκατομμύρια ευρώ, ενώ παρόμοιες χρηματοδοτήσεις σχεδιάζονται και για το έτος 2019. Επιπλέον, 200 εκατομμύρια παρέχονται για το πρόγραμμα «Κοινωνική Ενσωμάτωση στη Γειτονιά» και 146 εκατομμύρια ευρώ για το πρόγραμμα «Εθνική Αστική Ανάπτυξη». Έτσι, συνολικά διατίθενται 1 δισεκατομμύριο ευρώ από ομοσπονδιακούς πόρους για την αστική ανάπτυξη το 2019. 

Συμπεράσματα 

   Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι συστάσεις για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψιν τα έτη 2018 και 2019 από την γερμανική κυβέρνηση είναι οι εξής 1. Μέσω της χρήσης δημοσιονομικών και δομικών πολιτικών να επιτευχθεί αύξηση στις ιδιωτικές επενδύσεις σε όλα τα επίπεδα, όπως εκπαίδευση, έρευνα και καινοτομία. Εδώ, είναι εύκολα αντιληπτό πως η γερμανική πλευρά έχει συμμορφωθεί πλήρως με τις ευρωπαϊκές συστάσεις, όπως περιγράφεται στην ενότητα 2.1.1, αφού έχει ξεκινήσει μία σειρά από μέτρα, με αποκορύφωμα την αύξηση των κρατικών δαπανών για τις επενδύσεις κατά 34,5 δισεκατομμύρια ευρώ για το διάστημα 2018-2021, ενώ οι κρατικές δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη θα ξεπεράσουν το 3% του ΑΕΠ για το έτος 2019 2. Να ληφθούν μέτρα για την επέκταση των ευρυζωνικών δικτύων, την πιο ελκυστική για επενδύσεις μορφή του φορολογικού συστήματος καθώς και την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων και επαγγελματιών. Και εδώ παρατηρείται σε γεννικές γραμμές η συμμόρφωση της Γερμανίας με τις ευρωπαϊκές οδηγίες, όπως φαίνεται στην ενότητα 2.1.2, σκοπός της κυβέρνησης είναι να αποτελέσει ηγέτης στην κυκλοφορία του 5G, συνδέοντας ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού με τις νέες γρήγορες ταχύτητες δεδομένων. Ωστόσο, όπως είναι φανερό από την ενότητα 2.2.1, η γερμανική κυβέρνηση δεν σχεδιάζει άμεσες φοροαπαλλαγές, αναφέροντας πως οι κρατικές δαπάνες δεν για κοινωνικές πολιτικές δεν θα ξεπεράσουν το 40%, αφήνοντας να εννοηθεί πως το τωρινό φορολογικό μοντέλο της χώρας είναι ήδη φιλικό προς τις επενδύσεις και δεν χρειάζονται αρκετές μεταρρυθμίσεις σε αυτό. Τέλος, για να συμμορφωθεί με τις ευρωπαϊκές οδηγίες για τη βελτίωση του ανταγωνισμού, η κυβέρνηση στρέφεται σε λύσεις που αφορούν τη ψηφιοποίηση του τρόπου εντοπισμού καταχρηστικών ενεργειών από επιχειρήσεις ή επαγγελματίες, για την ορθή λειτουργία του ανταγωνισμού. 

   Επιπροσθέτως, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συστήνει στη γερμανική κυβέρνηση να μειώσει τα αντικίνητρα για την εργασία πολύωρη εργασία κυρίως για άτομα με χαμηλό εισόδημα, να λάβει μέτρα για την αύξηση του εργατικού βίου και να δημιουργήσει συνθήκες αύξησης μισθών. Τέλος, ζητάει την βελτίωση της εκπαίδευσης των ομάδων σε μειονεκτική θέση. Εδώ, σύμφωνα με την ενότητα 2.3.3, παρατηρείται ότι στη Γερμανία, μετά και από μέτρα της κυβέρνησης, έχει αυξηθεί το κίνητρο για μεταγενέστερη συνταξιοδότηση. Πιο συγκεκριμένα, το 58,4% των ατόμων με ηλικία από 60 έως 64 συνεχίζει να εργάζεται για το έτος 2017. Το ίδιο ποσοστό το 2007 ήταν 32,8%. Έτσι, η γερμανική κυβέρνηση δείχνει ότι κινείται σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές οδηγίες για μακρύτερο εργασιακό βίο. Επίσης, μέσω της αύξησης του κατώτατου μισθού από 1.1.2019 η γερμανική κυβέρνηση προχωρά στην προστασία των ατόμων με χαμηλό εισόδημα, ενώ οι συνολικές καθαρές αποδοχές για τους Γερμανούς το 2019 αναμένονται να αυξηθούν κατά 3,9 ποσοστιαίες μονάδες. Και εδώ φαίνεται ότι η γερμανική πλευρά βρίσκεται στο σωστό δρόμο όσον αφορά τις ευρωπαϊκές οδηγίες για αύξηση μισθών. Σχετικά με την βελτίωση της εκπαίδευσης για άτομα σε μειονεκτική θέση,  όπως αναφέρεται στην ενότητα 3.3.1, η κυβέρνηση προχωρά στη τόνωση του προγράμματος BAföG σε τρεις φάσεις μέχρι το 2021, που στοχεύει στην υποστήριξη φοιτητών που προέρχονται από οικογένεις με χαμηλό εισόδημα, ενώ προχωρά και στην αύξηση των εποιδομάτων ενοικίου κατά 30%. 

   Η αβεβαιότητα που επικρατεί στο διεθνές επίπεδο, εξαιτίας των συγκρούσεων ΗΠΑ – Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας για θέματα διεθνούς εμπορίου αλλά και λόγω της εξόδου της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν δείχνει να επηρεάζει με ιδιαίτερο τρόπο την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το γεγονός ότι κατάφερε να βρεθεί εντός των στόχων που έθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο σε δημοσιονομικά όσο και κοινωνικά θέματα, δείχνει ότι η Γερμανία παραμένει μια υπολογίσιμη ευρωπαϊκή δύναμη, μία από τις ισχυρότερες παγκοσμίως και χωρίς αμφιβολία η ισχυρότερη ανάμεσα στους 27 της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βιβλιογραφία

  1. Jenkins Patrick, Banking Weekly Podcast, Financial Times, November 26th, 2019
  2. Wirtschaft Podcast der DW, Deutsche Welle, 21 Januar 2020
  3. https://europa.eu/european-union/about-eu/countries/member-countries/germany_el  
  4. ec.europa.eu Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, Bureau of Labor Statistics    
  5. https://www.statista.com/statistics/624182/ratio-of-government-expenditure-to-gross-domestic-product-gdp-in-germany/
  6. https://ec.europa.eu/info/business-economy-euro/economic-and-fiscal-policy-coordination/eu-economic-governance-monitoring-prevention-correction/european-semester_el
  7. https://ec.europa.eu/info/business-economy-euro/economic-and-fiscal-policy-coordination/eu-economic-governance-monitoring-prevention-correction/european-semester/framework/european-semester-why-and-how_el
  8. Μπουτσιούκη, Σοφία, Διαλέξεις Μαθήματος «Ευρωπαϊκή Ρυθμιστική και Δημοσιονομική Διακυβέρνηση» Ευρωπαϊκές Διαρθρωτικές Δράσεις και Εθνικές Πολιτικές, «Ευρωπαϊκό Εξάμηνο», Τμήμα ΔΕΣ, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
  9. Meilenstein oder Mogelpackung, Wirtschaft Podcast der DW, Deutsche Welle, 15 Januar 2020
  10. https://www.statista.com/statistics/624182/ratio-of-government-expenditure-to-gross-domestic-product-gdp-in-germany/
  11. Maastricht debt: methodological principles, compilation and development in Germany, Deutsche Bundesbank, Monthly Report, April 2018, 57 
  12. BMWi (2018), Jahresbericht der Bundesregierung zum Strand der Deutschen Einheit 2018.
  13. https://www.ki-strategie-deutschland.de/home.html
  14. https://www.forbes.com/sites/ninaangelovska/2018/11/26/meet-the-100-most-innovative-startups-of-germany-in-2018/#15dadd737a26
  15. World Bank Indicators, worldbank.org
  16. Europe 2020, Communication from the Commission, A strategy for smart, sustainable and inclusive growth, Brussels, 3.3.2010 COM(2010) 2020
  17. https://www.bundesregierung.de/breg-en/issues/climate-action
  18. https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php/Glossary:Primary_energy_consumption
  19. bmbf.de/the-german-federal-training
  20. https://ec.europa.eu/regional_policy/en/policy/themes/urban-development/